Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Όταν ο έρωτας σου ζητά την ελευθερία...

Όταν ο έρωτας σου ζητά την ελευθερία...

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

free as the air.jpgΕίσαι ελεύθερη. Δε σ' έχω στην κατοχή μου. Όταν μου ομολόγησες πως πιότερο απ' όλα λατρεύεις την ελευθερία σου, ένιωσα πως άθελά μου είχα γυρέψει να σου την αφαιρέσω' αλλά ύπουλα, που σ' έβλεπα να μην προσέχεις, βυθισμένη σε μιαν υπέρμετρη χαρά ή σε μια απέραντη θέα, να βγαίνεις από το ίδιο σου πνεύμα ν' αφοσιώνεσαι σε μια ζωή σταματημένη' έδιωχνες από το είναι σου την αληθινή ευφυΐα του, απαρατούσες εκείνη τη δύναμη που διαρκώς σε ανανεώνει σε δείχνει έτοιμη και παρούσα. Σε ώθησα προς την περιπέτεια προς το όραμα, και ίσως μέσα μου έτρεμε μια ελπίδα' να παραμείνεις εκεί, να μη σου είναι βόλετό να επιστρέψεις, μάταια να συσπείρεσαι όταν σε κεντρίζει η νοσταλγία- και η ανάμνηση ακόμα να σου 'φευγε.

Αλλά εσύ δε δίδεσαι! Βασανίζεσαι να δοθείς, αλλά δε σ' αφήνει κάποιος άνεμος, κάποια φούρια που σηκώνεται από τα σπλάxνα σου, όταν πάει να μεστώσει ένας δικός σου πόθος για ηδονή για μέθη που λιγώνει το σώμα και το πνεύμα. Δε xαίρεσαι μια τελειωμένη ανθρώπινη χαρά, δεν πάσχεις ένα τίμιο συμμετρικό πάθος' δεν παίρνεις από τα χάδια που έχουν οι μέρες οι κλειστές, οι μέρες που μοιάζουν δωμάτια για γάμο και γιορτή. Ακολουθείς μια γραμμή που συστρέφεται γύρω απ' τον εαυτό σου' και λάμπεις σπέρνεις φως, αλλά η φωνή σου είναι xλωμή' θέλεις τη βοήθεια του πλησίον, γιατί δεν ξέρεις από έργα δε γνωρίζεις από θεωρία που να υπερβαίνει τον χρόνο και τους ανθρώπους.


Από το βιβλίο Γ. Σαραντάρης, Σαν πνοή του αέρα
Επιμέλεια και Ανθολόγηση: Μαρία Ιατρού εκδ. ο ανθολόγος Ερμής, 1999


το κείμενο βρήκα στο allilografia.blogspot.com
Tags: σχέσεις, λογοτεχνία, αγάπη, ελευθερία, ερωτας, Άνθρωπος, κοινωνία, συναισθήματα

Πες μου ένα ψέμα να σ' αγαπώ...

Πες μου ένα ψέμα να σ' αγαπώ...

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

από το διήγημα της Ρούλας Καραπάνου
Άπειρες ιστορίες μπορεί να διηγηθεί κανείς για το Μπίλη τον ψεύτη. Κάποτε π.χ. σ' ένα λεωφορείο, που ήτανε στριμωγμένοι όλοι σαν τις σαρδέλες, κάποιος τον ρώτησε απλά: «ποια είναι η στάση τάδε;», ο Μπίλης απάντησε εξ' ίσου απλά: «η τάδε» και αμέσως έφαγε ένα γερό χαστούκι από την κυρία που βρισκότανε μπροστά του. Η οποία δε σταμάτησε να τον λούζει παρά μόνο όταν αυτός κατέβηκε αμέσως στην επόμενη στάση, κατακόκκινος από την ντροπή του και με τα χέρια του μπροστά στο παντελόνι.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα του Μπίλη ήτανε οι γυναίκες.   Καμιά δεν του στέριωνε. Ποια γυναίκα δεχότανε να κυκλοφορεί μαζί του και να γίνεται ρεζίλη; Και ποια μπορούσε να αντέξει τα απανωτά του ψέματά.
Αλλά για κάθε άνθρωπο, κάπου υπάρχει το ταίρι του. Όπως λένε, ο τέντζερης και το καπάκι του. Μια μέρα λοιπόν ο Μπίλης βρήκε το δικό του καπάκι. Και δεν θα το πιστέψετε. Τη λέγανε Βασιλική!  Στην κυριολεξία ήτανε το άλλο μισό του. 
Όσα ψέματα έλεγε αυτός, άλλα τόσα αράδιαζε εκείνη. Και μη πείτε πως βρήκε το μάστορά του.  Γιατί παντρεύτηκαν.  Και ήτανε πολύ ευτυχισμένοι. Γιατί ζούσαν στον κόσμο τους και ποτέ ο ένας δε δυσαρέστησε τον άλλον. Καμιά πικρή αλήθεια δε σκίαζε το βίο τους. Ίσως βέβαια να αναρωτιέστε πως μπορούσαν να συνεννοούνται με τόσο ψέμα που έπεφτε κάτω από αυτή την στέγη. Ε, ας πούμε είχανε τους δικούς κώδικες,  τον τρόπο τους. Άλλωστε με την πείρα που είχανε αποκτήσει και οι δυο και λίγη φαντασία ...;
Για παράδειγμα, η Μπίλη ρώταγε τον Μπίλη:
«Καρδούλα μου μ' αγαπάς;»
«Όχι» της απαντούσε αυτός με ένα πεισματάρικο μορφασμό. Φυσικά τη λάτρευε. Αυτή χαμογέλαγε πονηρά, κοιτάζοντας το αποτέλεσμα. Ήξερε καλά αν την αγαπούσε. Γιατί φαινότανε στα μάτια του και κάπου αλλού. Την συνέχεια τη φαντάζεστε.
Ο Μπίλης και η Μπίλη είχανε την δική τους θεωρία. Το ψέμα κάνει καλό λέγανε. Κρύβει τις ασκήμιες, καλύπτει κάθε ελάττωμα.  Κι' όταν η Μπίλη είχε όρεξη για παιχνιδάκια του' λεγε τραβώντας τον στην κρεβατοκάμαρα: Θα μου πεις ένα ψεματάκι τζουτζούκο μου;»
Και ζήσανε καλά (με τα αθώα ψέματα τους) και εμείς χειρότερα.
Με τις (σκληρές) αλήθειες μας.    

Άντε και καλό μας Σαββατοκύριακο HappyHappy 
Tags: σχέσεις, αγάπη, καλημέρα, αλήθεια, συναισθήματα

Γυρίζοντας!

Γυρίζοντας!

Μόλις πριν κάποιες ώρες γύρισα από ένα ταξίδι - αστραπή στα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία της Ιταλίας. Οι εντυπώσεις πολλές και ανάμεικτες, ακόμα δεν έχουν προλάβει να μπουν σε σειρά. Κοιτάζω λοιπόν τις φωτογραφίες, για συνέχεια, αγαπημένης μου φίλης που βρίσκεται αυτόν τον καιρό στο Oviedo- πόσο μου έχει λέιψει η συντροφιά της και οι επιλογές μας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα και δεν χωράει εδώ - και σκέφτομαι πόσοι τόποι υπάρχουν και πόσα πράγματα που δε θα προλάβω ποτέ να δω. Νιώθω τον χρόνο να φεύγει και μαζί του να χάνεται κάθε φορά κι ένα ταξίδι, μέχρι το τελευταίο ταξίδι κάθε ανθρώπου, αυτό του θανάτου φυσικά.
Όταν ταξιδεύεις δεν έχεις αίσθηση του χρόνου. Όταν αρχίζει το ταξίδι σκέφτεσαι και έχεις αγωνία γι αυτά που πρόκειται να ζήσεις ή να δεις. Όταν πάλι γυρνάς,  στο μυαλό σου γυρνάει η σκέψη ότι "τι; Τώρα γύρισα, δεν έχει άλλο;". Νομίζεις πως άνοιξες ένα βιβλίο με όμορφες εικόνες και πως το έκλεισες απότομα πριν προλάβεις να τις βουτήξεις και να το χαρείς. Έτσι είναι τα ταξίδια - αστραπές, ίσως κι όλα τα ταξίδια να είναι έτσι. Κλείνω τον φάκελο της Μ. και ανοίγω τον δικό μου. Η Μ. έχει ξεπεράσει κάθε όριο, έχει γυρίσει όσα δεν προλαβαίνει να γυρίσει κανείς σε διάστημα πολλών χρόνων. Μακάρι αγαπημένη Μ. να κρατάς ημερολόγιο κι όταν επιστρέψεις να με αφήσεις να το διαβάσω. Χαίρομαι με την χαρά σου και τα ταξίδια σου, είναι σαν να τα κάνω κι εγώ μαζί σου. Ας ανοίξω όμως το δικό μου βιβλιαράκι που λέγεται Ιταλία. Οι μαγικές σελίδες περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Βενετία. Είναι σα να ανοίγεις ένα παραμύθι και να ζωντανεύουν μέσα από αυτό εικόνες, πρόσωπα και κτίρια. Θέλω να έχω μια βδομάδα δική μου στην Βενετία. Θέλω μια μέρα να πάρω το αεροπλάνο και να πάω από εκεί που η ζωή μου θα είναι μια ρουτίνα θέλω να γεμίσει από χαρούμενες πολύχρωμες μάσκες και μουσική από τα νερά και τις γόνδολες της Βενετίας.
Το αστείο: Εντάξει, όχι και τόσο αστείο. Απλά, να μωρέ, όταν άκουσα ότι η Βενετία εκτιμάται ότι σε 200 χρόνια θα έχει βυθιστεί, είπα από μέσα μου "καλά που πρόλαβα και ήρθα", χωρίς να σκεφτώ ότι έτσι κι αλλιώς σε 200 χρόνια δε θα ζω. Φαντάσου όμως πόση εντύπωση μου είχε κάνει και πόσο θα απογοητευόμουν αν όλα αυτά βυθίζονταν και χάνονται μια για πάντα. Λογικά, θα τα σώσουν έτσι δεν είναι; Δεν γίνεται να χαθεί ο Άγιος Μάρκος ούτε και το παλάτι τον δόγηδων! Αρνούμαι να πιστέψω ότι η ονειρούπολη θα βυθιστεί. Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις. Υπήρχαν όμως κι άλλες πιο θετικές. Κι αυτές μου υπενθύμιζαν πως πρέπει να είμαι χαρούμενη που έχω αυτές τις εικόνες. Στο μυαλό μου και με την βοήθεια της τεχνολογίας και στον υπολογιστή μου.

Το ταξίδι μου είχε τελειώσει και ήδη σκεφτόμουν το επόμενό μου, στην Ισπανία. Ανυπομονούσα και ένιωθα τόσο πλήρης που θα πήγαινα δύο ταξίδια στο εξωτερικό μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Σύντομα, αν με έπαιρνε οικονομικά, θα οργάνωνα και το επόμενο. Θέλω να ξεκινήσω από τα βασικά για να φτάσω στα Ταξίδια. Τα ταξίδια με κεφαλαία, είναι αυτά τα οποία θα είναι πέραν του συνηθισμένου. Θέλω να έχω μια βαλίτσα και να ταξιδεύω συνεχώς. Γίνεται; Και το λέω εγώ που είμαι περίεργη και σχολαστική όταν ετοιμάζομαι για ταξίδι. Πόσο άπειρη ήμουν πριν κάνω ταξίδια; Πόσο λίγες εμπειρίες είχα; Αυτός ο οποίος κάνει ταξίδια, ξέρει τελικά να μοιράζεται, διευρύνει τους ορίζοντές του για το ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, μαθαίνει να ρίχνει τον εγωισμό του και να κάνει υποχωρήσεις. Αυτός που ταξιδεύει, έχει όταν επιστρέψει κάτι να πει. Ξέρει να εκτιμά το ωραίο και να αρνείται το άσχημο.
Στην Πομπηία. Πήγα κι εκεί. Είχα δει παλιά ένα θεατρικό έργο "Οι τελευταίες μέρες της Πομπηίας" - καμία σχέση με την ιστορία της χαμένης πόλης- είχα πετύχει αφιερώματα, είχα ακούσει ότι υπάρχουν βιβλία. Όμως ποτέ δεν είχα φανταστεί αυτό που είχε συμβεί. Γνώριζα πασαλείμματα, αυτά που γνωρίζουν και τώρα οι περισσότεροι αλλά νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Δεν περίμενα να δω κάτι τόσο αληθινό, δεν περίμενα να δω αυτό που κατάφεραν να κάνουν, να ρίξουν γύψο στις τρύπες ώστε να φτάσει στα σώματα που είχαν καλυφθεί από λάβα και να φανούν ξανά οι μορφές τους, σαν αγάλματα.
Οι Ιταλοί είχαν χιούμορ. Ήταν άνθρωποι φιλόξενοι και ανοιχτοί ειδικά όσο προχωρούσες προς τα Νότια. Δεν είχα χρόνο όπως στο Παρίσι να παρατηρήσω τις λεπτομέρεις που θα ήθελα. Με ενδιαφέρει πολύ το σινεμά σε μια πόλη, τα μαγαζιά της, τα σοκάκια της, οι αφίσες της, η μουσική του δρόμου της, οι φτωχοί της πόλης που επισκέπτομαι, τα μικρά μουσεία που κρύβουν μικρούς θησαυρούς. Με το γκρουπ όμως βλέπεις τα μεγάλα. Πρόλαβα όμως και είδα ελάχιστα εώς καθόλου μικρά. Με αυτά θα κλείσω. Γιατί ανυπομονώ να κοιμηθώ και να ονειρευτώ λιγάκι από Βενετία, λιγάκι κι από Ρώμη για να μην ξεχάσω πόσο όμορφα όνειρα μπορεί να κάνει κανείς... Buonna notte :)

Η πρώτη και τόσο αληθινή εικόνα που αντίκρυσα καθώς έφτανα.
Η γέφυρα των στεναγμών, κάτι σα διαφήμιση Blue Star ή νέας δημοκρατίας.

Σε αυτό το σημείο εκτός του ότι γέλασα σκέφτηκα πόσο μάγκες είναι οι Ιταλοί γιατί ακριβώς από πάνω έλεγε made in Italy αλλά και πόσο υπό- θα αισθάνθηκαν οι Κινέζοι που περνούσαν από εκεί και το είδαν..!
Να και μια αφίσα που μου άρεσε σε αντίθεση με τις δικές μας "πανσπουδαστικές" αφίσες.

Μουσική, μουσική του δρόμου :)

Τα lego της Πομπηίας!

Dude, dude, dude έτσι με λέει ο κολλητός μου κι εγώ αυτόν ε και όταν το είδα είχε πολύ πλάκα :)
1 σχόλιο:

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ο πρίγκιπας και ο άγγελος

Ο πρίγκιπας και ο άγγελος


Ο άγγελος  έκρυψε τα φτερά του κάτω από το παλτό του  και περπάτησε δίπλα του, στους χιονισμένους δρόμους. Ο  πρίγκιπας αγαπούσε το χιόνι  περισσότερο από την ψυχή  του. Η παγωνιά  έκανε τα φτερά του αγγέλου να μουδιάζουν. Ο πρίγκιπας πήρε μια χούφτα χιόνι  Κοίταξε τον άγγελο.«Θέλεις ?» τον ρώτησε . «Κρυώνω, » απάντησε ο άγγελος. Ο παγωμένος πρίγκιπας γέλασε « Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς χιόνι  » είπε . « Εγώ μπορώ» απάντησε ο άγγελος. Έβγαλε το παλτό του .Το ακούμπησε στις πλάτες του πρίγκιπα. « Να το φοράς να ζεσταίνει τη ψυχή σου » είπε, άνοιξε με κόπο τα μουδιασμένα  φτερά του και πέταξε μακριά .


Ο χαμένος πρίγκιπας έβαλε τον άγγελο πάνω στη σχεδία . Τρόμαζε κάθε φορά που ο άγγελος κουνούσε τα φτερά του για να ξεμουδιάσουν . «Θα πετάξεις?» ρωτούσε φοβισμένος. «Είμαι μαζί σου» απαντούσε ο άγγελος «είμαι πάνω στη σχεδία που με έβαλες , αν θες  θα κάνω μαζί σου το ταξίδι». «Οχι» είπε ο πρίγκιπας «κάθε φορά που θα κουνάς τα φτερά σου εγώ θα φοβάμαι ότι η σχεδία θα αναποδογυρίσει» .Ο άγγελος έβγαλε όλη την ανάσα απο το στήθος του  στο πανί  « Εύχομαι το ταξίδι σου να σε βγάλει εκεί που θέλεις » είπε , άνοιξε προσεκτικά τα φτερά του και πέταξε  μακριά.

Η ψιλόλιγνη φιγούρα του θλιμμένου πρίγκιπα παραμέρισε τα κλαδιά  για να περάσει ο  άγγελος , σταγόνες βροχής έπεφταν πάνω τους , τον ανέβασε στη ατελείωτη σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στο δικό του βασίλειο . «Το βασίλειο μου είναι μια στάλα »είπε στον άγγελο  «Αν σου φτάνει, μου φτάνει» απάντησε αυτός . «Στο βασίλειο μου δεν υπάρχει χαρά , ο κόσμος ποτέ δε χαμογελάει. » είπε ο πρίγκιπας . Το βράδυ ο άγγελος κοίμισε στο στήθος του  το μελαγχολικό βλέμμα του πρίγκιπα. Το πρωί έβγαλε το χαμόγελό του και το ακούμπησε πάνω στα  χείλη του πρίγκιπα « Να το αγαπήσεις για να   κρατήσεις για πάντα »  είπε και άνοιξε για άλλη μια φορά τα φτερά του πετώντας  μακριά    .

Ο άγγελος ήταν κλέφτης. Έκλεβε πράγματα που κανένας σοφός άγγελος δεν θα ήθελε .Ότι έκλεψε από τους πρίγκιπες το κρατούσε μέσα σε σφραγισμένα κουτιά . Κάθε που βράδιαζε τα άνοιγε και άφηνε αυτά που  ήταν μέσα τους να ξεχυθούν τριγύρω .Μέχρι να κουραστεί. Το ξημέρωμα αποκαμωμένος τα αγκάλιαζε τρυφερά και τα ξανάβαζε στα κουτιά τους να ησυχάσουν .

Ο  πρίγκιπας αναζήτησε τον άγγελο που δεν άντεχε το κρύο. Το χιόνι που συνέχιζε να βάζει στις τσέπες του είχε αρχίσει να μουσκεύει το παλτό . Ο πρίγκιπας αναζήτησε τον άγγελο που έδιωξε. Χωρίς προορισμό η σχεδία του έμενε ακυβέρνητη και ο άνεμος τον πήγαινε εδώ και κει. Ο  πρίγκιπας αναζήτησε τον άγγελο που τον άφησε να φύγει. Δεν είχε καταφέρει να αγαπήσει το χαμόγελό  που του άφησε κι αυτό έσβηνε  σιγά σιγά.

Ο άγγελος  έβλεπε από ψηλά τους πρίγκιπες που τον αναζητούσαν. 'Ενιωθε κουρασμένος. Τα φτερά του τον πονούσαν. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε  τα σφραγισμένα  κουτιά  που μέσα τους κράτησε για  χρόνια δικά του αυτά που τους έκλεψε , την παγωνιά,  τα κύματα και  τις πληγές τους .
 «Μικροί   λατρεμένοι μου πρίγκιπες του τίποτα, δεν έχω  τίποτα να δώσω πια » ψιθύρισε και απέμεινε να τους κοιτάει …γυμνός, άπνοος, θλιμμένος … 

Arania
 
Subscribe Free

ενας μεγάλος ποιητής ,εφυγε σήμερα.....Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)

ενας μεγάλος ποιητής ,εφυγε σήμερα.....Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)



3

Έπρεπε χρόνια πριν να είχες φύγει.
Δεν θα μπορούσα τότε καν να το δεχτώ
με κάθε μέσον θα’θελα να σε κρατήσω
θα’ κλαιγα απαρηγόρητος.
όμως φοβάμαι μήπως τώρα
το εκλάβω σαν συνέπεια φυσική
μήπως τα δάκρυα
σου τα’ χω προπληρώσει
και μήπως τέλος
πρέπει να ετοιμάζεσαι
για μια, χωρίς εμένα,
αβάσταχτη επιβίωση.


4

Όμως δεν ξέρω
πόσο αβάσταχτη
θα’ ταν χωρίς εμένα
η επιβίωση σου.
Όταν πεθαίνει κάποιος νέος
οι γέροι λένε πως ήταν θέλημα θεού
όταν πεθάνει γέρος
πως είχε πια γεράσει .
όμως οι πάρα πολύ γέροι
κοιτάνε μοναχά μπροστά
εκτρέφουν πια μιαν υποψία αθανασίας.


6

Μας χάρισες μια ζωή
και γλώσσα μία.
Μόνος μου δόθηκα μετά
σε γλώσσες ξένες
εξωτικών ανθρώπων.
Σπούδασα ως και τα πιο ακραία
επιφωνήματά τους
ώστε ν’ αναγνωρίζω την οδύνη τους.
Εφόσον όμως ζεις
κανένας
ούτε κι η φαντασία
μπορεί να πει
στα ελληνικά ποιο θα’ ναι
της στιγμής εκείνης
το επιφώνημά μου.


Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)
Από την ενότητα «ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ»
(ανέκδοτο)  




Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011


καλπάζοντας


Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010


μάθημα πρώτο και κύριο


μάθημα πρώτο και κύριο
                               Celsus primus dixit

Γιά όλους εσάς ύστερα απ΄τα Μεδιόλανα το ζήτημα είναι πανηγυρικά κλεισμένο: Αγάπη και Συγγνώμη.
Ομως εμείς οι εθνικοί ανθρωποι καθημερινοί εσταυρωμένοι μές στούς δρόμους που δεν καταδεχθήκαμε θεό για να πεθάνουμε εμείς οι άστεγοι ιερείς κλειστών μαντείων που πλάνητες κάτω απ τα ρούχα μας κρύψαμε ,κρύβουμε τ΄αρχαία ιερά βιβλία εμείς που δε δεχτήκαμε από πουθενά φιλανθρωπία και παρηγόρηση και πού ποτέ δεν αγαπήσαμε αν δεν έπρεπε κι αγνώστους δεν ελεήσαμε μονάχα δώσαμε και δίνουμε τα σώματά μας στην πυρά ατρόμητης λαγνείας
για όλους εμάς πταίσματα είναι Κόμμοδος,Τραϊανός,Δομιτιανός κι ο Δέκιος κι ο Διοκλητιανός ο Μέγας μπροστά στούς απηνείς διωγμούς σας αιώνων τώρα απάνθρωπης πραότητας και βίαιης καλοσύνης και πίστης της αγέλαστης μπροστά στούς απηνείς διωγμούς της ευθυμίας της παρρησίας του φθόνου μας της ειρωνείας του κάλλους διωγμούς σαν χάδι ή ζύμη ή μάλλον σαν κάτι ακόμα πιό σκληρό που δεν το ξέρω.
Γιάννης Βαρβέρης ο άνθρωπος μόνος//εκδ.κέδρος 2009.
Ο Γιάννης Βαρβέρης(Αθήνα,1955) εχει εκδώσει δέκα βιβλία ποίησης,δοκίμια και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας και αττικής κωμωδίας. Από το 1976 γράφει κριτική θεάτρου,τα κείμενα της οποίας εχουν συγκεντρωθεί σε πέντε τόμους.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010


πιάνο βυθού


Πιάνο βυθού
Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.
Γιάννης Βαρβέρης
Από τη συλλογή Πιάνο βυθού (1991)


ανθολογια ξενης ποιησης

 

 

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΞΕΝΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Δημοσίευσηαπό the seeker » Ιούλιος 8th, 2010, 9:20 pm
ΡΟΜΠΕΡ ΝΤΕΣΝΟ [ROBERT DESNOS]: Ποτέ ποτέ δεν θα υπάρξει άλλη

Ποτέ δεν θα υπάρξει άλλη πέρα από σένα σε πείσμα των
άστρων και της μοναξιάς
Σε πείσμα των δέντρων που κόβονται όταν σκοτεινιάζει
Ποτέ καμία άλλη ένα δρόμο – που είναι και δικός μου –
δεν θ’ ακολουθήσει
Όσο απομακρύνεσαι τόσο η σκιά σου μεγαλώνει
Ποτέ καμιά πέρα από σένα δε θα χαιρετήσει την αυγή
την θάλασσα όταν αποκαμωμένος να γυρνώ θα
έχω βγει από τα ερέβη των δασών, τους βάτους
με τ’ αγκάθια να περπατήσω στον αφρό
Ποτέ κανένας άλλος το χέρι δεν θα ακουμπήσει
στο μέτωπό μου και τα μάτια
Κανείς ποτέ – και γω αρνούμαι την απιστία και το ψέμα –
Κόψε τα σχοινιά αυτού του πλοίου που αγκυροβόλησε
Ποτέ καμιά πέρα από σένα
Φυλακισμένος ο αετός ροκανίζει αργά αργά
τα γκριζοπράσινα χάλκινα κάγκελα του κλουβιού του
Ω τι απόδραση!
Είναι Κυριακή τα χελιδόνια τραγουδούν στο τρυφερό
πράσινο δάσος τα κοριτσάκια περιφέρουνε την πλήξη
τους σ’ ένα κλουβί φτεροκοπά ένα αηδόνι
στο ζεστό έρημο πεζοδρόμιο περιφέρει ο ήλιος το
λεπτό κορμάκι του
Εμείς θα περάσουμε από άλλα κορμιά
Ποτέ ποτέ κανείς πέρα από σένα
Και γω μόνος μόνος σαν τον ξερό κισσό των απομακρυσμένων
κήπων μόνος σαν το γυαλί
Και συ ποτέ άλλη μόνο εσύ

Μετάφραση: Βερονίκη Δαλακούρα

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Ο έρωτας ως ύψιστη διακινδύνευση της ύπαρξης

 

 

 

 

Ο έρωτας ως ύψιστη διακινδύνευση της ύπαρξης

«Ο έρωτας ή θα είναι παράνομος ή θα υπάρχει ως ψευδαίσθηση». Ή θα είναι παράνομος… Ή, όπως έχει ειπωθεί, «τι θα γινόταν η λογοτεχνία χωρίς μοιχεία;» Όχι, δεν είναι οδηγίες χρήσεως προς ναυτιλομένους, ότι όλοι οι έγγαμοι έτσι πρέπει να κάνουν αν θέλουν να θυμούνται έναν έρωτα στη ζωή τους. Και δεν αφορά μόνο αυτούς… Αλλιώς πρέπει να διατυπωθεί το αυτονόητο.
Τα φλερτ και οι έρωτες της εφηβικής νεότητας, είναι η φυσική οδός προς την ωρίμανση. Ίσως και η παγίδα της φύσης για τη διαιώνιση του είδους. Δυο οργανικές ενώσεις, δυο σώματα, ζητούν τη χημεία τους ώστε το προϊόν που θα προκύψει από την ένωσή τους να είναι ένα μωρό. Ναι, αυτό είναι ψευδαίσθηση ονείρου, δοκιμαστικά σχέδια για το ανύποπτο μέλλον. Κάποιες δοκιμές πετυχαίνουν με το πρώτο ή έστω γρήγορα, αλλά ο σχεδιαστής το καταλαβαίνει πολύ αργότερα, αν έχουν αποτύχει άλλες προσπάθειές του. Κάποιοι άλλοι πείθονται από την αρχή ότι πέτυχαν και αγωνίζονται σ’ όλη τη ζωή τους να το παραδεχτούν. Μερικοί δεν το σκέφτονται καν, τους φτάνει που κατάφεραν να δημιουργήσουν μια οικογένεια. Αλλά το σύμπαν είναι άπειρο, κι ενώ νομίζεις ότι είσαι ακίνητος, σταθερός στον τόπο σου, η γη και ο κόσμος κινούνται αέναα. Εσύ τότε, το πολύ να τραγουδήσεις «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα το ίδιο μένουν». Μπορεί και να είναι έτσι, αν συνεχίζεις να δημιουργείς απαράλλαχτα τα ίδια σχέδια, τις ίδιες γραμμές, τον ίδιο κύκλο που έχεις γίνει κέντρο του.
Η ζωή όμως είναι έρωτας κι ο έρωτας είναι η ζωή μας. Ό,τι κι αν είμαστε, ό,τι κι αν κάνουμε. Αν μείνουμε στις παιδικές ανορθογραφίες, ποτέ δε θα θαυμάσουμε έναν Ρέμπραντ, αλλά πάντως θα είμαστε ευτυχισμένοι με όσα γνωρίσαμε και καταφέραμε. Λίγο είναι αυτό;
Το σύμπαν είναι άπειρο, ο Ρέμπραντ είναι Ρέμπραντ και ο έρωτας είναι κάτι περισσότερο από χημικές αντιδράσεις οργανικών εκκρίσεων. Δεν είναι δικαίωμα, ούτε υποχρέωση του ανθρώπου, δεν είναι έλλειψη ή πλεονασμός. Ο έρωτας είναι έρωτας, αλλιώς θα είχαμε μείνει στα πρωτόγονα σχέδια της εποχής του Κρο Μανιόν.
Εδώ εμφανίζεται ο πειρασμός να σκεφτείς έναν ορισμό του έρωτα. Εάν το κάνεις όμως, αυτόματα ο ορισμός γίνεται περι-ορισμός, χάνει κάθε δυναμική και από επανάσταση γίνεται κατάσταση. Και κατάσταση σημαίνει ένα διαρκές σώμα, ένα πάντοτε υπαρκτό ερωτικό αντικείμενο. Τότε δε θα έχουν κάνει λάθος όσοι είναι ερωτευμένοι με την οικογένεια, τη δουλειά ή και την ίδια, όποια, ζωή τους. Έχουν αναγάγει κάτι σε ερωτικό αντικείμενο και αντί να το κλείσουν στην καρδιά τους, έχουν περικλειστεί απ’ αυτό. Αλλά έρωτας σημαίνει συμπαντική ενατένιση, έστω κι αν κάποτε γίνεται διαθλαστικό κάτοπτρο του κόσμου. Έστω κι αν σχηματίζεις παραμορφωτική αντίληψη του κόσμου. Είναι κι αυτό κάτι, γιατί δεν περιορίζεσαι σε εικόνες μικρού βεληνεκούς χώρου, χρόνου και προσώπων. Ο έρωτας σε βάζει απευθείας απέναντι στη ζωή και στο θάνατο. Γιατί, αν είναι σχεδόν ταυτόσημος με τη ζωή, ο μόνος αντίπαλος είναι ο θάνατος. Γι’ αυτό κι όταν απουσιάζει, ζεις τη ζωή σε μια σχέση θανάτου, δηλαδή νομίζεις πως δεν υπάρχεις.
Ο έρωτας, κάθε έρωτας, υπάρχει μέσα στον κόσμο, στην εποχή που υπάρχει ο κάθε κόσμος. Η κάθε εποχή χαρακτηρίζεται από τα δικά της μέτρα, τα δικά της ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον των ανθρώπων της. Επομένως κάθε τι που την υπερβαίνει, διακινδυνεύει πρωτίστως την ίδια του την ύπαρξη. Οι ποιητές τα καταλαβαίνουν καλύτερα αυτά, γιατί έχουν κεραίες αυξημένης χρονικής εμβέλειας. Προηγούνται κάθε εποχής και συνεχίζουν να υπάρχουν και μετά απ’ αυτήν. Συνήθως δεν την επηρεάζουν, ίσως λίγους μόνον. Κινούνται στο όλον της ύπαρξης, ενώ ο κόσμος είναι ευχαριστημένος με το λίγο, έστω και μ’ ένα τίποτα. Αν και καμιά φορά «και μ’ ένα τίποτα γίνεται ο παράδεισος», συνήθως το τίποτα του κόσμου είναι οι σταθερές της επιβίωσής του: ένα σπίτι, μια δουλειά και κάτι να ξεσκάμε κάπου-κάπου. Σ’ αυτές τις ασήμαντες «σταθερές» περιορίζεται η ζωή των πολλών. Οργανώνουν τη ζωούλα τους, θεσμοθετούν τις κοινωνίες τους για ν’ ασφαλίσουν τα κοινότοπα αγαθά τους, όπως ειρήνη, ασφάλεια, το δικαίωμα να μην τους ενοχλούν εφόσον δεν ενοχλούν κανέναν. Θεσμοθετούν το δικαίωμα να πεθαίνουν ήσυχοι, να εξουσιάζουν τη μοναξιά και την ατομικότητά τους, να μη διακυβεύεται το απόλυτο Μηδέν τους. Μάλιστα, έχουν πεισθεί ότι μπορούν και να ερωτεύονται διαβάζοντας φτηνά βιβλία και περιοδικά ή βλέποντας ερωτικές ταινίες. Έχουν θεσμοθετήσει και το δικαίωμα στον πληρωμένο έρωτα ή νιώθουν απελευθερωμένοι να κάνουν ό,τι θέλουν το σώμα τους. Ζουν μέσα στο τίποτα, ενώ νομίζουν ότι μπορούν και προσπαθούν ν’ αποκτήσουν το Όλο. Αλλά όπου υπάρχει δικαίωμα, δεν υπάρχει διακινδύνευση, δεν υπάρχει η δυνατότητα του έρωτα. Η ποίηση έχει υποδείξει τη μόνη εξαίρεση, το δικαίωμα στο όνειρο, το δικαίωμα στον έρωτα που υπερβαίνει ακόμα και την ίδια τη ζωή μας. Εννοώ, βέβαια, αυτό που γενικώς ονομάζεται ζωή, με τις θεσμοθετημένες σταθερές και με τους κανόνες της γενικής ευτυχίας. Εδώ έχει θέση και ο στίχος του Καρούζου για εκείνους που ζουν «με σκονάκια θεότητας και σίγουρης ευτυχίας».
Όταν κάποτε έρθει ο έρωτας… Όταν κάποτε διαισθανθείς ότι μέχρι τώρα στη ζωή σου ζωγράφιζες παιδικά σχηματάκια και νόμιζες πως ήσουν καλλιτέχνης. Όταν σε συνεπάρει η ομορφιά ενός Ρέμπραντ, ενός Ματίς, τότε τι γίνεται; Όταν η ύπαρξή σου δονηθεί από το άγγιγμα της ομορφιάς, τότε αναρωτιέσαι για το αίνιγμα της όντως ζωής. Όταν συμβεί να ερωτευτείς, και βλέπεις πως οι κανόνες που μέχρι τότε αποδεχόσουν, δεν σου επιτρέπουν ούτε καν να σκεφτείς το όνειρο. Να κάνεις τότε τι, να αψηφήσεις τους θεσμούς ή να ζητήσεις υποκατάστατα; Ή να βιώσεις τον έρωτα υποκρυπτόμενος από τους ίδιους θεσμούς και νόμους που κάποτε υπερασπιζόσουν;
«Ο έρωτας είναι παράνομος…» Μάλλον δεν υπάρχει άλλη λύση. Επειδή οι αιώνες δημιούργησαν και κατοχύρωσαν τους θεσμούς, πάλι οι αιώνες θα τους προσαρμόσουν σε νέα σχήματα. Μέχρι τότε, κάθε άνθρωπος θα ζει στην εποχή του και θ’ αντιμετωπίζει τα προβλήματα σε τόπο και χρόνο παροντικό. Όχι μόνο δεν είναι εύκολο, αλλά δεν έχει και νόημα να εξεγείρεται μόνος εναντίον μιας κατεστημένης πραγματικότητας. Υποχρεωτικά, ο έρωτας θα έχει στοιχεία παρανομίας, θα διακυβεύει για χάρη του την ίδια του την ύπαρξη και μάλιστα διμέτωπα.
Κατ’ αρχάς απέναντι στο αγαπώμενο πρόσωπο, αν αξίζει να διακυβεύσεις για χάρη του ό,τι είσαι, ό,τι σε σηματοδοτεί ως οντότητα στην θεσμοθετημένη κοινωνία. Ύστερα, απέναντι στην εποχή, όπως διαπερνάει την υπόσταση της κοινωνίας. Σε κάποιες χώρες ελάχιστα πράγματα διακυβεύονται πλέον, τα πάντα έχουν επιτραπεί ως δικαίωμα της ελεύθερης ατομικότητας. Οπότε, εκεί ζουν με την ψευδαίσθηση της ελεύθερης και συχνής επιλογής ερωτικού συντρόφου. Αλλά εκεί, όπως είπαμε, δεν διακινδυνεύεται τίποτε, απλώς πολλαπλασιάζεις τις δυνατότητες της ατομικότητας και αυτό δεν είναι ζωή. Είναι μια μονότονη έκφραση του Μηδέν σου, όπου τελικά καταλήγεις σε μια ανία ελευθερίας και ατομικής ευτυχίας. Εδώ, ή όπου αλλού, οι θεσμοί εγείρουν εμπόδια ή οι παραδόσεις κρατούν τους ανθρώπους σε αναστολές μη παραδεκτών τρόπων ζωής, εδώ ο έρωτας διατηρεί ακόμα την αρχική αξία της διακινδύνευσης όλης της ύπαρξης.
Με τον έρωτα αίρεσαι υπεράνω της καθημερινής συμβατικότητας, αδρανοποιείται η αξία και η σημασία των έως τώρα επιλογών σου, σχετικοποιείται η σπουδαιότητα των κανόνων ζωής που, τυπικά έστω, ισχύουν για όλους. Εάν φτάσεις να δεχτείς ένα πρόσωπο ως αντάξιο της ζωής σου, εάν δηλαδή το ερωτευτείς, τότε ταυτοχρόνως βρίσκεις και τη δύναμη να παλέψεις με τα θεσμοθετημένα δεσμά σου. Αυτός είναι και ο κίνδυνος. Ότι δηλαδή δεν πρέπει να πιστέψεις πως μπορείς ατιμωρητί να υπερβείς την εποχή σου, αλλά πως θα πρέπει να είσαι έτοιμος να υπερασπιστείς το δικαίωμά σου στην όντως ζωή. Αυτή τη δύναμη την έχουν πρωτίστως οι ποιητές, δυνάμει ή ενεργεία, οι οποίοι προηγούμενοι των εποχών τους μπορούν να οικτίρουν τους θεσμούς, να αδιαφορήσουν για τις συνέπειες, να υμνήσουν και να βιώσουν σκανδαλωδώς τον έρωτα. Οι πολλοί μπορούν να επιλέξουν την παρανομία, να ζουν μυστικά το μυστήριο του έρωτα, να τους αγγίξει λίγο από το αινιγματικό φως του. Όλα τα υπόλοιπα είναι ψευδαίσθηση. Οι παράνομες εξωσυζυγικές σχέσεις είναι ψευδαίσθηση ζωής, μια απέλπιδα προσπάθεια διάσπασης της ατομικότητάς τους. Επομένως, κάθε παράνομη σχέση, ακόμα κι αν διακινδυνεύεις την αξιοπρεπή σου συμβίωση και διαβίωση, δεν είναι αυτό που λέμε έρωτας. Δεν είναι η παρανομία που κάνει μια σχέση ερωτική, είναι η διπλή διακινδύνευση που σε κάνει έτοιμο να διαλύσεις κάθε σύμπαν για να ιδρύσεις ένα καινούργιο για χάρη των δυο σας. Αλλά δεν το κάνεις, γιατί θα βρεθείς να ζεις σε μια εποχή που ακόμα δεν υπάρχει. Επομένως, μέσα στην παρανομία του έρωτα ζεις σε χρόνο ενεστώτα το απαγορευμένο μέλλον. Κάθε σκέψη και προσπάθεια νομιμοποίησης μιας τέτοιας σχέσης υποσημαίνει το τέλος αυτής της σχέσης. Δεν απαγορεύεται βέβαια κάποια, τέτοια εξέλιξη, αλλά αυτή η εξέλιξη θα έχει το γνώρισμα του τυχαίου, του συμπτωματικού, της πιθανότητας λ.χ. να κερδίσεις εξάρι σε τζακ ποτ του ΛΟΤΤΟ. Γι’ αυτό και στην ιστορία πολύ λίγοι αληθινοί έρωτες εξελίχτηκαν σε κοινή εμπειρία ζωής.
Με τον όντως έρωτα ζεις ιεροκρυφίως την ονειρική πραγματικότητα, γιατί δεν μπορείς να σκανδαλίζεις την μοχθηρή ζωή των πολλών. Ιεροκρυφίως σημαίνει ότι αποδίδεις μια ιερότητα στο πρόσωπο και στη σχέση σας, αλλά κρατάς κρυφή τη λατρεία του θεού σου για να μη χαρακτηριστείς αλλόθρησκος ή ειδωλολάτρης. Κι ας λατρεύουν οι άλλοι διάφορους θεούς, κι ας σκλαβώνονται σε τυπικά θυσιών και προσφορών ανώφελα, μένοντας πάντοτε με την προσδοκία κάποιου ανέφικτου παράδεισου. Αν όχι εδώ, τουλάχιστον κάπου αλλού με ουρί ή βελτιωμένες μετενσαρκώσεις ή σε τόπους χλοερούς και ψυχικής αναψύξεως.
Ο έρωτας είναι το «ύπατο διακύβευμα» της ύπαρξης, αυτό και όχι τίποτε άλλο. Και επειδή η λέξη και η έννοια έχουν εκπέσει σε συνώνυμο της σάρκας και των ανάλογων απολαύσεων, γι’ αυτό και η εποχή μας σέρνεται ή σκοτώνεται ανοήτως για ιδέες και σκοπούς παρωχημένους.
Σαν έσχατη σημείωση, δε θεωρώ ότι η έννοια της παρανομίας αφορά μόνο την έγγαμη πραγματικότητα. Θα έπρεπε, και ουσιαστικά έτσι είναι κι ας μην είναι πάντοτε αντιληπτό, κάθε σχέση που φιλοδοξεί να ονομάζεται ερωτική να έχει το στοιχείο της διπλής διακινδύνευσης. Αν δηλαδή το συγκεκριμένο πρόσωπο αξίζει αυτή τη διάκριση και αν αισθάνεσαι ότι για χάρη του μπορείς να μεταναστέψεις στο διάστημα. Η ευκολία του χωρισμού, ως ύψιστο ατομικό δικαίωμα, έχει αφαιρέσει προ πολλού από τη σχέση των αδέσμευτων τον επαναστατικό χαρακτήρα του έρωτα. Η έκρηξη ψυχής δεν μπορεί να είναι μόνιμο βίωμα του ανθρώπου, γι’ αυτό και στα ρομάντζα έχουν εφεύρει την ιδέα της «πρώτης αγάπης». Μπορεί να συμβεί και να ξανασυμβεί το γεγονός του ερωτικού συναπαντήματος, μόνον όμως όταν ο άλλος δεν αντέξει το βαθμό διακινδύνευσης που απαιτεί αυτή η σχέση. Και αν ο αποχωρών αυτοδικαιωθεί λέγοντας «δεν αντέχω άλλο», ο άλλος πιθανόν και να μην επαναλάβει το εγχείρημα. Γιατί δεν μπορείς να ψάχνεις συνέχεια στην αγορά για ριψοκίνδυνες υπάρξεις, δεν μπορείς να εκτίθεσαι εύκολα στη διαδικασία της υπαρξιακής διακινδύνευσης. Άρα, πριν δυο άνθρωποι πουν ο ένας στον άλλον ‘‘σ’ αγαπάω’’, πρέπει να ζυγίσουν καλά τη σημασία των λέξεων. Φαίνεται δύσκολο, γιατί η Εποχή μας έχει πολυχρησιμοποιήσει αυτή τη φράση, αλλά ευτυχώς που και στις μέρες μας μπορούν οι άνθρωποι, κάποιοι άνθρωποι, ν’ αγαπιούνται ακόμα αληθινά. Το στοιχείο της παρανομίας είναι η πρώτη και βασική ένδειξη της διαθεσιμότητας του άλλου. Ο βαθμός της διακινδύνευσης ποικίλλει φυσικά αλλά αυξάνει μαζί με την αγάπη.
Οι θεσμοί καραδοκούν, οι νόμοι εφαρμόζονται, οι αναστολές λυγίζουν την ψυχή μας. Οι ηθικοί από ανικανότητα είναι έτοιμοι να καταδικάσουν κάθε παρέκκλιση, εκτός από τη δική τους. Οι νεκροί της ζωής ειρωνεύονται όσους ζουν, όσους δηλαδή είναι όντως ερωτευμένοι. Μόνο ο ποιητές βλέπουν τα πράγματα από το μέλλον, γιατί οι πεζογράφοι συνήθως αρέσκονται να διηγούνται ιστορίες με ή χωρίς καλό τέλος. Υπάρχουν, βέβαια, και στην πεζογραφία αναφορές και περιγραφές τέτοιων ερώτων, αλλά περιγράφεται ένας τέτοιος έρωτας; Λέει ο Μιλόζ: «Αυτό που είναι και αισθάνεται ένας άνθρωπος, δεν θα εκφραστεί ποτέ». Αν αυτό είναι σωστό, και είναι, για κάθε άνθρωπο, πόσω μάλλον αν πρόκειται να εκφράσεις πώς υπάρχει, πώς αισθάνεται ένας αληθινά ερωτευμένος. Πώς να αποδείξει ό,τι είναι και διακινδυνεύει τα πάντα; Ακόμα και μεταξύ των δύο προσώπων αυτό έρχεται σαν διαίσθηση πρώτα κι ύστερα σαν μια απερίγραπτη δια-βεβαίωση της άλλης ύπαρξης. Μετά συν-υπάρχουν οι δυο στην Εποχή τους. Μέχρι πότε; Ο έρωτας ξεκινάει για μια αιωνιότητα, σαν το Ω της απόπειρας για ζωή. Αν σπάνια κρατάει μια αιωνιότητα, γι’ αυτό συνήθως φταίει η ανθρώπινη αδυναμία να ισορροπεί αιωνίως σ’ ένα τεντωμένο σχοινί. Κάποιος κάποτε κουράζεται πρώτος, αλλά αυτό που μένει δεν είναι μνήμη θανάτου, αλλά ζωής. Πιθανόν ο ποιητής να μην ξαναγαπήσει ποτέ, γιατί δεν μπαίνει εύκολα σε παρόμοιες διαδικασίες. Πιθανόν, γιατί μια εμπειρία ζωής μπορεί να σε σώσει για πάντα, ζεις ανάμεσα στους άλλους με κατανόηση για τις μικροχαρές τους και αυτή η εμπειρία γίνεται στίχος, τραγούδι, μυθοπλασία. Πρόχειρο παράδειγμα «οι γέφυρες του Μάντισον», όπου ένας έρωτας τεσσάρων ημερών κράτησε μια αιωνιότητα. Η γυναίκα διακινδύνευσε την ύπαρξή της, αλλά δεν μπόρεσε να θυσιάσει τη σωματική παρουσία της, η οποία ανήκε σε άλλη Εποχή, στην οικογένειά της. Αλλά ο παράνομος έρωτας είχε αρπάξει για πάντα την ψυχή της, ζούσε μόνο για να τον σκέφτεται και να θυμάται ότι κάποτε έζησαν σ’ ένα δικό τους σύμπαν, σε μια μετα-εποχή δική τους.
Τελικά. Οι ερωτευμένοι δεν διανοούνται να γκρεμίσουν τον θεσμοθετημένο κόσμο τους, αν και θα το ήθελαν, αν και θα το τολμήσουν αν χρειαστεί. Αντί να μπουν στην διαδικασία της σύγκρουσης, προτιμούν να βιώνουν τον έρωτα σε συνθήκες παρανομίας, διακινδυνεύοντας την όποια εικόνα τους, διακινδυνεύοντας για χάρη του αγαπημένου προσώπου την ίδια τους την ύπαρξη. Αν οι καρδιές έχουν πειστεί ότι αξίζουν να υπάρχουν μαζί στη δική τους Εποχή, τότε σχετικοποιούν τον υπάρχοντα γύρω τους κόσμο και βρίσκουν τις εσωτερικές ισορροπίες για να ζουν εντός και εκτός των κατεστημένων δομών.
Αν ο έρωτας είναι πραγματικά ο έρωτας, πάντα θα είναι παράνομος, πάντα θα διακινδυνεύεις κάτι, από το λίγο της ρουτίνας μέχρι το όλον της ύπαρξης. Αναλόγως της δύναμης, αναλόγως της πίστης στην αξία του διακυβεύματος, αναλόγως της ποίησης που σου έχει χαρίσει η δυναμική του έρωτα. Τελικά με τον έρωτα διακινδυνεύεις το δικαίωμα να είσαι ή να μην είσαι ο όντως άνθρωπος...

▶ Σχόλιο πάνω στην παρανομία του έρωτα, όπως την εκφράζει ο Κ. Αξελός στο βιβλίο του "Η εποχή και το ύπατο διακύβευμα".