Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

–Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Πριν από τα πάθη»


 “Αν αυτό ‘χες θελήσει, δεν έπρεπε μέσα
από σπλάχνα γυναίκας να περάσεις:
ας έσκαβαν, σωτήρες για να βρουν τα σπλάχνα
των βουνών, όπου από το σκληρό το σκληρό βγαίνει.
Δεν νιώθεις πόνο εσύ, έτσι να ερημώνεις
την αγαπημένη κοιλάδα σου; δες την ανημποριά μου!
Δεν έχω παρά ρυάκια από γάλα κι από δάκρυα μόνο-
μα εσύ μέσα στο υπέρμετρο ήσουν πάντα…
Με πόση δε μου ευαγγελίστης πολυτέλεια!
Γιατί όμοια άγριος απ’ τα σπλάχνα μου δε βγήκες;
Αν μόνο τίγρεις χρειάζεσαι, να σε ξεσκίσουν,
γιατί μ’ έμαθαν, τότε, στον γυναικωνίτη,
ένα απαλό, καθάριο ρούχο να σου υφαίνω,
που, μήτε μια φορά, το πιο μικρό της ραφής ίχνος,
να σε στενοχωρά;- Η ζωή μου έτσι ήταν όλη,
και, τώρα, ξαφνικά, αναποδογύρισες τη φύση.”
(Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιήματα, μτφ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

-Τίτος Πατρίκιος, «Πάθη»


Ποιο πάθος λες;
Αυτό ν’ αφήνεσαι ρευστός
σε κάθε ερεθισμό του χώρου σου;
Το πάθος ν’ απαντάς σα στρείδι;
Το πάθος να παλεύεις με τα πάθη σου
δε λογαριάζεις;
Κι έπειτα
για ποια λευτεριά του αδέσμευτου μιλάς;
Μες στη σκλαβιά τη θέλω εγώ τη λευτεριά σου.
Μες στη σκλαβιά, που για να καταλύσεις,
αναγνωρίζεις πρώτα κι αποδέχεσαι.

-Μιχάλης Γκανάς, «Η διάρκεια είναι πάθος»


«Να μην κοιτάς, λοιπόν, μα να παρατηρείς.
Γιατί η παρατήρηση έχει διάρκεια.
Κι η διάρκεια είναι πάθος.
Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που σιγοκαίει.
Σύμφωνοι χωρίς φλόγες αφού τις καταπίνει.
Αλλά και χωρίς καπνούς. Με λιγότερη στάχτη.
Δεν κορώνει μου λες. Ούτε κρυώνει.
Αντιθέτως κρατάει ζωντανή τη φωτιά.
Έστω τη σπίθα. Είναι κάτι κι αυτό.
Είναι πολύ. Είναι αυτό που μας λείπει.
Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που δεν βλέπεις στο σινεμά
γιατί οι ταινίες διαρκούν το πολύ δυο ώρες
κι όταν πέφτει το τέλος
η ζωή συνεχίζεται.
Είρήσθω εν παρόδω όχι όπως θέλουμε
αλλά όπως μπορούμε.
Η διάρκεια είναι πάθος.
Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Όπως η αγάπη μου για σένα φερ’ ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο κι από σένα ενίοτε.
Έλα, σε πειράζω.

Δώσ’ μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου – η καρδιά μου ξαγρυπνά.
(Μιχάλη Γκανά, «Ο ύπνος του καπνιστή»)

Πες το με ποίηση (170ο): «Πάθος – πάθη»…




-«Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή»
(Γ. Σεφέρης)


-«…Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος…»
(Ντ. Χριστιανόπουλος)
-«Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.»
(Ν. Καρούζος)

Άνευ όρων παράδοση

 
Η σχέση δεν είναι παιχνίδι με τραπουλόχαρτα, που επιβάλλεται να έχεις τα χαρτιά σου κλειστά. Κι ακόμη κι αν ήταν, σίγουρα θα ήταν παιχνίδι που παίζεται από δύο. Δεν παίζει ο καθένας μόνος του κρύβοντας τα χαρτιά του. Τα δικά μου τα ‘χα πάντα ανοιχτά.
Ίσως είμαι λιγάκι προβληματική στον έρωτα, ίσως οι απόψεις μου να παραείναι ρομαντικές. Όταν ερωτεύομαι τα δίνω όλα, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δε λειτουργεί στην περίπτωσή μου, τον γουστάρω τον κίνδυνο, όλη μου τη ζωή περπατούσα σε τεντωμένα σκοινιά.
Τον άνθρωπό μου θέλω να τον κακομαθαίνω, έτσι είμαι, μου αρέσει να δίνω. Έβγαζα τα συναισθήματά μου, τα φιλιά μου, τα χάδια μου για ξεπούλημα και στην τελική τα έδινα δωρεάν. Εξάλλου, δε μου στοίχιζε και τίποτα, την αγάπη έμαθα να την δίνω απλόχερα.
Έδινα, έδινα και δε με ένοιαζε ποσό θα δώσω και τι θα πάρω πίσω σαν ανταμοιβή. Νομίζεις δε φοβόμουνα; Κι όμως μου αρκούσε ότι το παιχνίδι παιζόταν. Είχα, βλέπεις, αποθέματα συναισθημάτων και μια ακατανίκητη ανάγκη να τα προσφέρω.
Έτσι είχα μάθει, σαν παιχνίδι με χαρτιά, όλη μου τη ζωή ήμουνα τζογαδόρος και κάπως έτσι θα έπρεπε να γίνεται, δηλαδή, να ρισκάρεις μπας και κάποτε πιάσεις την καλή. Ο έρωτας θέλει άνευ όρων παράδοση. Τα «περίπου» και τα ημίμετρα δεν κολλάνε εδώ. Ή τα δίνεις όλα ή απλά δεν ερωτεύεσαι.
Να δίνεσαι σώμα και ψυχή, να αφήνεσαι κι ας μην πάρεις τίποτα για αντάλλαγμα, μονάχα στιγμές. Γιατί στα συναισθήματα δεν υπάρχουν βαθμίδες, είναι απόλυτα ή καθόλου κι αν δε σταθείς αδύναμος μπροστά τους πώς θα νιώσεις τη δύναμή τους; Στον έρωτα θυσιάζεσαι στο βωμό του υπέρμετρου.
Πάντα έδινα, γιατί μου άρεσε, γιατί είχα τα κότσια να το κάνω κι ας υπάρχουν άνθρωποι που ενώ έχουν και μπορούν να δώσουν, χτίζουν τοίχους είτε από φόβο είτε από εγωισμό. Μην καταλάβει ο άλλος τι νιώθουν και τους πάρει, τάχα μου, για δεδομένους, να νιώθουν ότι έχουν διαρκώς το πάνω χέρι. Θέλει θάρρος να μπορείς να δώσεις και δεν το έχουν όλοι αυτό το προνόμιο.
Κι όμως, όπως στη ζωή, έτσι και στον έρωτα, ο φόβος δεν έχει θέση, γιατί αν φοβάσαι να ρισκάρεις δε ζεις. Αν φοβάσαι να αφεθείς δε νιώθεις το μεγαλείο του. Ζεις βάσει κανόνων, αναλύσεων και λογικής, μα ο έρωτας δεν ξέρει ούτε από κανόνες ούτε από λογική.
Άλυτο αίνιγμα η κάθε ανθρώπινη ψυχή, δύσκολα μπαίνεις στα άβατα του άλλου. Ο καθένας λειτουργεί όπως θέλει, μα να τους υπενθυμίζεις πως τα δεδομένα γίνονται εύκολα ζητούμενα κι ο καθένας, στο τέλος, παίρνει ό,τι του αξίζει. Ίσως να έδωσες παραπάνω απ’ όσα άξιζαν, μα τι σημασία έχει; Το ένιωθες, το έκανες κι αν ο άλλος δεν είχε τα κότσια να το εκτιμήσει, κακό δικό του.
Σαν να ‘ναι παιχνίδι με χαρτιά κι ο έρωτας, all in κι όπου βγάλει.
Συντάκτης: Γεωργία Ιακώβου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Την ώρα της ηδονής κανένα ίχνος ενοχής


Ένα βλέμμα γεμάτο κρυμμένα «σε θέλω» αρκεί για να ξυπνήσει μέσα σου το χάος και να σε κάνει να θες να μπεις στο σώμα του άλλου, να φτάσεις μέχρι την ψυχή του. Κάθε σου κύτταρο φωνάζει επιθυμία.
Σε θέλω και δεν έχω ενδοιασμούς ούτε αναστολές, σε θέλω και δεν ντρέπομαι να το φωνάξω, να το μάθουν όλοι, απλά σε θέλω ανελέητα κι απελπισμένα. Θέλω τον έρωτά σου πρόστυχο και παθιασμένο. Θέλω να κάνω μαζί σου πράγματα ανείπωτα.
Θέλω να σε νιώσω, να αισθανθώ την ανάσα σου να βαραίνει, το βλέμμα σου επάνω μου την ώρα που καυλώνεις εξαιτίας μου και μόνο για μένα. θέλω να με αγγίξεις όπως δε με έχουν ξαναγγίξει, θέλω οργασμούς, θέλω ποσότητα, θέλω ποιότητα και διάρκεια.
Εγώ κι εσύ, εμείς στο πάτωμα, στο γρασίδι, στο κρεβάτι, οπουδήποτε. Δεν έχει η κάβλα περιορισμούς, βάλε φαντασία κι άσε την ελεύθερη να μεγαλουργήσει. Το καλό κρεβάτι απαιτεί μηδενικές αναστολές.
Για να ανάψει μια φωτιά αρκεί ένα «σε θέλω» και κάπου εκεί γίνεσαι παρανάλωμα του πυρός, με τις αισθήσεις σου να αρχίζουν να χτυπάνε κόκκινο. Την ώρα εκείνη μιλάνε μόνο τα κορμιά, τα λόγια είναι, συνήθως, περιττά. Τα λένε όλα οι αισθήσεις κι είναι η μόνη φορά που λειτουργούν όλες ταυτόχρονα, μαζί ή κι εκ περιτροπής.
Στην αρχή η όραση, ένα βλέμμα και χάνεσαι, κοιτάς τον άλλον και κτυπάει το καμπανάκι της επιθυμίας. Παρανοείς, δεν μπορείς να σκεφτείς, θέλεις να τον αγγίξεις και δε χάνεις χρόνο. Περνάς στην αφή. Το δέρμα, η αίσθηση που αφήνει κάτω απ’ τα δάκτυλά σου κι εκείνα να διαγράφουν ηδονικές διαδρομές, αφήνοντας μια αίσθηση ανατριχίλας στο πέρασμά τους. Τα χέρια ταξιδεύουν παντού, σε σημεία απαγορευμένα. Γεννιέσαι και πεθαίνεις μόνο γι’ αυτά τα χέρια κι αυτό το άγγιγμα.
Και τα μάτια κλείνουν κι έρχεται το φιλί, αργό ή άγριο, παθιασμένο και γεύεσαι τα χείλη, το δέρμα του κι η γλώσσα μοιάζει πύρινη λαίλαπα που καίει ό,τι αγγίζει. Μυρίζεις, τη σάρκα του, το άρωμά του, τον ιδρώτα του, το ξεχωριστό αποτύπωμα του καθενός, τη μυρωδιά του.
Ακούς την καρδιά να κτυπά πιο δυνατά και την ανάσα να κόβεται. Αναστεναγμοί και λέξεις ξεφεύγουν απ’ τα χείλη και φτάνουν στα αφτιά κι αυτό σε κάνει να θες τον άλλο ακόμα περισσότερο. Ένα παραλήρημα που μόνο εσείς καταλαβαίνετε.
Κι ο χρόνος παύει να υπάρχει, άγγελοι και δαίμονες καίγονται μαζί. Δυο κορμιά σε ένα χορό αισθήσεων και παραισθήσεων στροβιλίζονται σε ένα κρεβάτι, ιδρώνουν και καίγονται μαζί στο βωμό του «σε θέλω». Και γίνεσαι ένα με τον άλλο και μπαίνεις βαθιά μέσα του κι αφήνεις υπογραφές στο κορμί του. Διψάς για έρωτα κτηνώδη με μια δίψα που δε σβήνει, όαση το κορμί του άλλου κι εσύ να θέλεις να πιεις νερό απ’ την πηγή.
Κι εκείνη την ώρα η κάβλα, μωρό μου, δεν καταλαβαίνει από «πρέπει» και «μη». Η κάβλα είναι απόλυτη, τα θέλει όλα, τα απαιτεί, εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Μη βάζεις φρένο, πάτα τέρμα το γκάζι και ξεπέρασε τα όρια.
Τόλμησε να αφεθείς. Οι απαγορευτικές γραμμές είναι για τις περνάμε. Ακόμα κι αν είσαι άγγελος, εκείνη την ώρα θα χάσεις την αθωότητα και τα φτερά σου. Την ώρα της ηδονής κανένα ίχνος ενοχής.
Συντάκτης: Γεωργία Ιακώβου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Εκείνοι που μας έσπρωξαν στον γκρεμό


«Άκου, όλα είναι θέμα επιλογών κι εγώ επέλεξα εσένα. Δε με τράβηξε κανείς με το ζόρι, ούτε μου τα έφερε η ζωή ανάποδα. Ήσουν επιλογή μου, δίχως καβάτζα καμιά, αποφάσισα να το ζήσω. Γιατί αγάπη μου, οι άνθρωποι είναι παράξενα πλάσματα και τρέφονται από τις εντάσεις.
Εγώ λοιπόν, ήθελα να σε βλέπω να γελάς, να νιώθεις ευτυχία. Να κλείσω τις πληγές, να μη θυμάσαι. Να ακουμπάς επάνω μου και να αντέχεις το αύριο. Να γίνω ο  άνθρωπός σου, εκείνος που θα γυρνάς τις νύχτες να κουμπώνεις στην αγκαλιά του.
Εγώ σε επέλεξα, μη με ρωτάς γιατί. Δεν υπάρχει απάντηση μωρό μου.
Και ξέρεις, με υποτιμούσα για να νιώθεις εσύ καλά. Έγινα το δεκανίκι σου να αντέξεις.
Άπλωνα τα χέρια μου να σταθείς. Προσπαθούσα να σε βρω και έχανα εμένα. Για σένα ήταν όλα αυτονόητα και δεδομένα. Αφού δεν χρειάστηκε για τίποτα να προσπαθήσεις, απολάμβανες τα δώρα σου και για ευχαριστώ, ούτε λόγος.
Στην τελική όμως κάηκα μόνος. Έβλεπες τον γκρεμό μπροστά μου και αντί να με τραβήξεις από το χέρι, με οδήγησες ευλαβικά εκεί, λίγο πριν αλλάξω πορεία με χτύπησες φιλικά στην πλάτη και με έσπρωξες, να είναι η πτώση μου σίγουρη.
Καμάρωνες μετά το έργο σου, αποποιήθηκες των ευθυνών σου, σχεδόν γελούσες ειρωνικά. «Έλα μωρέ, θα περάσει, τράβα παρακάτω». Αυτά μου είπες και έκλεισες το τηλέφωνο.
Δε σε κατηγορώ όμως, μία μέρα θα καταλάβεις, κάποιοι άνθρωποι είναι μαθήματα στη ζωή μας, εσύ ήσουν σχολείο ολόκληρο και εγώ πήρα πτυχίο».
Ο Βασίλης ο φίλος μου, μονολογούσε απογοητευμένος από έναν πρόσφατο χωρισμό. Και είπε δύο μαγικές λέξεις «επιλογή και απογοήτεση». Αυτές θα κρατήσω σήμερα.
Όλα είναι θέμα επιλογών και σε κάθε επιλογή υπάρχει ένα τίμημα που καλείσαι να πληρώσεις.
Οι άνθρωποι αρέσκονται να επιρρίπτουν τις ευθύνες στους άλλους. Τους είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αναγνωρίσουν την κατάλληλη στιγμή, αν μία επιλογή τους είναι σωστή ή λάθος.
Με το πέρασμα του χρόνου κι ενώ είναι ήδη αργά, αρχίζουν να αναρωτιούνται αν έκαναν το σωστό. Τότε δημιουργείται ένα χάος από ερωτηματικά και πολλές υποθετικές προτάσεις με το «αν» να τις εισάγει.
Θέλει μαγκιά να πεις: «Εγώ φταίω. Ναι εγώ, δικά μου τα πάθη και τα λάθη μαζί».
Αυτό που θεώρησες κάποτε σωστό μην το απορρίπτεις μόνος σου, δώσε του την αξία που του αρμόζει. Επιλογή σου ήταν να μην αφήσεις την παρτίδα μισή, επιλογή σου να βλέπεις τον γκρεμό και να πατάς το γκάζι. Εσύ το διάλεξες, άλλα έβλεπες και άλλα αισθανόσουν, άλλα ήλπιζες και άλλα ήρθαν. Πρόσεξέ με όμως, όλα αυτά στο δικό σου κεφάλι. 
Εσύ άφησες τον εαυτό σου έρμαιο των συναισθημάτων του στα χέρια κάποιου άλλου, στο χέρι του ήταν αν θα σε πατούσε. Ή μάλλον στο πόδι του κι εκείνος σε έκανε χαλί. Τι παραπονιέσαι τώρα; Το έχεις κάνει και εσύ μην ξεχνιέσαι τόσο γρήγορα. Το έκανες και μάλιστα είπες και την ίδια ατάκα.«Πώς κάνεις έτσι; προχώρα μπροστά».
Παραπονιούνται όμως οι άνθρωποι σε ανάλογες περιπτώσεις, βγάζουν κακία συνήθως και θυμό. Με μία λέξη, απογοήτευση, εκείνο το παράξενο συναίσθημα που σου γυρνάει κόμπο το στομάχι. Πού δεν ξέρεις αν πρέπει να το νιώσεις για σένα πρώτα ή για τον άλλο;
Πικραίνει το στόμα από τα τσιγάρα, σκέψη, στη σκέψη και σενάρια.« Μα πώς μπόρεσε να μου φερθεί έτσι;». «Δε μου άξιζε. Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι;». Μερικές από τις χιλιάδες που στριφογυρίζουν στον εγκέφαλό σου, μέχρι να κάψει φλάντζα.
Ε μα φυσικά και υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, φυσικά και μπορεί να σου φερθούν έτσι. Και ακόμη πιο φυσικό να απογοητεύεσαι. Να σέρνεσαι στα πατώματα και να μουρμουρίζεις ένα «γαμώτο». Γιατί βέβαια δε δίνουν οι άνθρωποι για να πάρουν, αλλά όσο να’ ναι είναι μεγάλο άδειασμα, όταν δίνεις τα πάντα και παίρνεις το τίποτα.
Σκοπός είναι όμως να μην πάψεις να αγαπάς, να μην πάψεις στιγμή να δίνεις και να δίνεσαι. Πρόσεχε απλά που επιλέγεις να το κάνεις.
«Θα σταθώ όρθιος ξανά, εσύ θα με ψάχνεις. Όταν όλα τελειώσουν, δε θα είσαι ούτε καν ανάμνηση στο μυαλό μου. Θα είσαι απλά ένα τίποτα, αυτό σου αξίζει. Όταν εγώ θα ανέβω στο βουνό και θα αναπνέω οξυγόνο, εσύ θα παραμένεις στα σκατά που μόνη σου διάλεξες. Η διαφορά μας; Eγώ με απογοήτευσα για χάρη σου συνειδητά, εσύ απλά είσαι μία απογοήτευση μόνη σου.
Οι επιλογές έχουν το τίμημά τους, κάποιο βράδυ θα ξυπνήσεις με λυγμούς, μόνη στο κρεβάτι και θα αναρωτιέσαι, τι να κάνει εκείνος ο τύπος που έριξες στο γκρεμό ; Tότε όμως θα είναι αργά». Έπιασε πάλι να μονολογεί ο Βασίλης.
Όλα είναι θέμα επιλογών και ο καθένας κάνει τις δικές του.
Συντάκτης: Βάγια Τοπάλη