Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Οριστική επιβεβαίωση.

Οριστική επιβεβαίωση.


Τέλος να βάλεις στην φυγή σου.
Να είναι ξημέρωμα.
Να έιναι ξημέρωμα γιατί,
πονάει πιο πολύ στα χρώματα του δειλινού.
Κυνηγημένος απ’την πικρή μυρωδιά της θλίψης.
Ακολουθείς τις μνήμες χαμένων παραδείσων.
Μα ο ήλιος δεν σε περιμένει πια.
Μόνον η σκιά σου πιστά ακολουθέι.
Μέσα στον χείμαρο των λέξεων.
Ανάμεσα σε φθινοπωρινές βροχές
και σε χειμερινούς προορισμούς.
Χτίζεις καινούριες μοναξίες.
Τώρα δεν θα σε πάρουν οι ανέμοι.
Το ανατρίχιασμα το δέρμα σου θα καίει.
Στροφή προς τα μέσα.
Να σηκωθείς να φύγεις πάλι.

Το αναπόδραστο της μοίρας.

Το αναπόδραστο της μοίρας.


Είναι μεθυστικό και έχει μια σπίθα απο μαγεία. Ένα κίτρινο ξεθωριασμένο σεντόνι με αστερίες,
θυμίζει αμουδία και έναν έναστρο ουρανό, την ύστατη εκείνη στιγμή
που δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα.
Την ύστατη εκείνη στιγμή που ο ήλιος κρυβεται νωχελικά νομίζοντας πως κανείς δεν βλέπει,
πως κανεις δεν ξέρει την κρυψώνα του.
Την ύστατη εκείνη στιγμή που το φεγγάρι αχνοφένεται και διστάζει να κάνει
θεαματική είσοδο.
Εγώ έμοιαζα πάντα με τον ήλιο. όταν η νύχτα έπεφτε έτρεχα πίσω στην κρυψώνα μου, να μην τρομάζω τους ανθρώπους.
Έτρεχα πίσω στην κρυψώνα μου. Τις νύχτες λοιπον ήταν πιο έυκολο να κρύβω τον ευατό μου.
Ανάμεσα σε χαμηλούς φωτισμούς,πλάνα χαμόγελα και καταχρήσεις.
Και πως να συνατηθούνε οι δρόμοι μας λοιπόν που εσύ μοιάζεις με το φεγγάρι;
Εσύ στο φως της μέρας λειτουργείς και δεν φοβάσαι μην κάψει ο ήλιος τα μάτια σου.
Την ύστατη εκέινη στιγμή λοιπόν που το χαμόγελο του φεγγαριού αντικατοπτρίζεται στο βλέμμα του ήλιου.
Την ύστατη εκέινη στιγμή φοβάμαι πιο πολύ, που το χαμογελό σου αντικατοπτρίζεται στο βλέμμα μου. Φοβάμαι
κάθε φορά πως θα είναι η τελευταια. Για την ύστατα εκέινη στιγμή ζω και αναπνέω, που το χαμογελό σου σακατεύει την μοίρα μας,
που αντικατοπτρίζει το μέλλον της ανθρωπότητας.
Και είναι δύσκολη εκείνη η ώρα που εγώ χάνομαι και εσύ σηκώνεσαι επιβλητικά. Και είναι
ανεκτίμητα τα λίγα λεπτά που αντικρίζει ο ένας τον άλλον. Και είναι πολύ νωρίς για τούτον τον κόσμο να
ανθήσει ο έρωτας ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι, ανάμεσα σε μένα και σε σένα.
Είναι νωρίς για εμάς.

Οι μέρες στο κρεβάτι.

Οι μέρες στο κρεβάτι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3.
Ξύπνησε ταραγμένος και οι λευκές του πιτζάμες είχαν μουσκέψει απο τον ιδρώτα του.
Ξύπνησε απο ένα άσχημο όνειρο, έναν εφιάλτη. Αυτή είχε φύγει μια για πάντα και αυτός θα έμενε
μόνος μέχρι η αρρώτεια του να τον κερδίσει ολότελα, μέχρι να πεθάνει.
Ξύπνησε απο έναν εφιάλτη. Σηκώνει το σώμα του, ακουμπάει στα λευκά κάγκελα του διπλού κρεβατιού
και περιεργάζεται το λευκό δωμάτιο. Εκείνη έλειπε, μα το άρωμα της περιπλανιοταν έντονα στον χώρο.
Ήταν μαζί του όλο το βράδυ.
Πετάει τα σκεπάσματα και ξεφωνίζει.
-Έφυγε η καριόλα, αθέτησε την συμφωνία.Εαν μπορούσα να βγώ, θα την έβρισκα, θα την σκότωνα.
Χτυπούσε με μανία τα χέρια του πάνω στο στρώμα και ούρλιαζε. Πέταξε το μαξιλάρι του πάνω στο
λευκό κομοδίνο και έσπασε το λευκό φωτιστικό. Ήταν το αγαπημένο της.
Ξαπλώνει μπρουμυτα και ξεσπάει σε λυγμούς. Μέσα στα αναφιλητά του, ακούει κλειδία στην πόρτα.
“Δεν μπορέι”, σκέφτεται.
Αυτή μπήκε μέσα με ένα λαμπερό χαμόγελο καρφωμένο στο στόμα. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα που ταίριαζε πολύ με
τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα.
- Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, είπε λαχανιασμένη. Κρατούσε μια κούτα και μια ανθοδέσμη με κρίνα. Κατευθήνεται προς
το μπλακόνι και επιστρέφει καρατώντας μια σκούπα και ένα φαράσι. Σκουπίζει προσεκτικά τα γυαλιά, ανοίγει την κούτα και
τοποθετεί σιωπηλά στο κομοδίνο ένα φωτιστικό, ίδιο με το σπασμένο.
- Είναι το τρίτο που σπάτε μέσα στην βδομάδα.
- Τρελαίνομαι όταν ξυπνάω απο εφιάλτη και δεν είσαι δίπλα μου για να κλάψω ανάμεσα στα σκέλια σου.
Τον χαιδεύει τρυφερά στο μάγουλο και τοποθετεί τα κρίνα στο λευκό βάζο.
- Σας έχω υποσχεθεί να μείνω μέχρι το τέλος.
- Δεν εμπιστεύομαι κανέναν.
- Κανέναν εκτός απο την αρρώστια σας.
- Έχεις αρρωστήσει ποτέ βαριά;
- Εαν δεν ήμουν βαρια άρρωστη, δεν θα είχα συμφωνήσει σε αυτην την τρέλα.
- Τι είναι αυτή η μυρωδιά; Απο που έρχεται; Άλλαξες άρωμα;
- Έφερα μερικά λουλούδια.
- Γιατί;
- Τόσο καιρό το βάζο είναι άδειο.
- Τι λουλούδια;
- Κρίνα.
- Τα κρίνα είνα βολβώδη φυτά. έχουν συνήθως ψηλό βλαστό με άνθος στην κορυφή.
- Τα κρίνα είναι συνώνημο της λεκότητας, της αγνότητας και της αθωότητας.
- Οι χρωματιστοί κρίνοι, όμοια με τον Νάρκισσο, συμβολιζουν τον περιασμό.
- Μπορέσατε να δείτε ποτέ κάτι χωρίς ούτε μια κακή σκέψη;
- Απο μικρό παιδί όλες μου οι σκέψεις ήταν σκοτεινές.
- Πιστέυετε στο κάρμα;
- Εγώ είμαι το καρμα.
- Έχετε πυρετό, καλύτερα να ξαπλώσετε πάλι. Θα φέρω κομπρέσες και αντιπυρετικά.
Μέχρι να επιστρέψει, τον είχε ήδη πάρει ο ύπνος. Βγάζει το φόρεμα.
Ξαπλώνει δίπλα του γυμνή.

Aντί-Γνώση.

Aντί-Γνώση.


Εγώ ήξερα.
Τα μάτια σου.
Και την ψυχή σου ήξερα.
Εγώ ήξερα.
Τι ήθελε η καρδιά σου να φωνάξει.
Και τι ήθελε το μυαλό σου να αποφύγει ήξερα.
Εγώ ήξερα.
Κάθε σημάδι στο κορμί σου.
Και κάθε λεπτομέρεια των χεριών σου ήξερα.
Εγώ ξέρω.
Τα μάτια σου.
Και την ψυχή σου ξέρω.
Εγώ ξέρω.
Τι θέλει η καρδιά σου να φωνάξει.
Και τι θέλει το μυαλό σου να αποφύγει ξέρω.
Εγώ ξέρω.
Κάθε σημάδι στο κορμί σου.
Και κάθε λεπτομέρεια των χεριών σου ξέρω.
Πόσο πια θα με αφήνεις να πνίγομαι με αυτή την γνώση:
Δεν το γνωρίζω.
Προσποιήσου.
Λύτρωσε με απο μια σκληρή γνώση.
Απο μια γνώση που μου φουφάει την ζωή.
Η γνώση με σκοτώνει.
Εσύ με σκοτώνεις.

Εγώ το διάλεξα.

Εγώ το διάλεξα.


εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε φόβους μαραμένους.
σε εκτάσεις ξεχασμένες.
είναι σύγχυση,
αδιέξοδοι δρόμοι είναι.
πάντα οι δρόμοι είναι.
εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε χρώματα που δεν μου πάνε.
σε δρόμους πεινασμένους.
πάντα οι δρόμοι είναι.
εγώ διάλξα να κυλιστώ.
να ανοίξω τα πόδια μου, να γελάσω.
σ’ένα ταξίδι με μπαλόνια[κόκκινα]
σ’ένα σκοτεινό καταγώγι.
εγώ διάλεξα να κυλιστώ.
όπως τα τραγούδια που λέγονται μόνο στο αυτί.
σ’ένα λημέρι ανήσυχο.
σε αυτά που ανασάναμε.
εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
πάνω απο την στάχτη.
που τυλίγει το κορμί μου.
και βουλώνει τισ ρωγμές.
του ραγισμένου μου ουρανού.
εγώ διάλεξα να κυλιστώ.
σε αγκάθια να τρυπίεμαι.
εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε χάρτινους κανόνες.
και σ’ενα παραπεταμένο ολοκαύτωμα.
σε μουσικές που μοιάζουνε με κλάμα.
σε μια περήφανη κούραση.
διάφανα τα τραύματα μου.
θεριά ανήμερα.
και θα με φάνε.
εγώ διάλεξα να γίνω.
δειλή.
να μου μιλάς ήθελα μόνο.
και να ξεχνάω.
τι γίνομαι.

Θα συναντηθούμε στο ξημέρωμα.

Θα συναντηθούμε στο ξημέρωμα.

Μια μορφή ασφυκτική.
Παλεύει βίαια με τον χρόνο.
Παρατηρεί.
Παρατηρητής του εαυτού σου.
Επιχειρείς να συλλάβεις την σκηνή.
Προορισμός που αγνοούσες.
Αδιέξοδο.
Κοιτάζεις με μάτια κλειστά.
Γλιστράς.
Κυρίως προς τα πλάγια.
Ψάχνεις τον χώρο.
Με μάτια γουρλωμένα.
Νοτισμένο το χώμα,
με μικρές στιγμές νοθείας.
Ποιός θα σε περιγελάσει σήμερα;
Ποιός χαλασμένος θα σε αγγίξει;
Μια ζεστή μορφή.
Φιγούρα υπερβατική.
Θα συναντηθούμε στο ξημέρωμα.
Θα σου βρέξω τα χείλη,
πάνω απο τις μνήμες του κόσμου.
Θα χαράζει στα μάτια μας επάνω.
Οράματα.
Θα συνατηθούμε στο ξημέρωμα,
όταν φύγουν οι σκιές.
Θα συναντηθούμε στο ξημέρωμα.
Στο τέλος της μέρας,
μένω μόνο εγώ,
να περιμένω το επόμενο.
Είναι η Απώλεια τελικά
που κάνει βήματα.
Κάνει αρχές.
Διαγράφει.

Στα δίχτυα μιας "αράχνης"...

Στα δίχτυα μιας "αράχνης"...

Η γυναίκα η αράχνη και ο άντρας ο πολεμιστής..Μπλέκεται στον ιστό της χωρίς να το καταλάβει… Στην αρχή νιώθει πως πνίγεται, πως παγιδεύτηκε και δεν μπορεί να ξεφύγει.. Όμως στην πορεία βλέπει..νιώθει πως ο ιστός δεν είναι ο συνηθισμένος..Θα νιώσει τη διαφορά και θα αρχίσει να παλεύει.. Αλλά όχι για να ξεφύγει, αλλά για να φτάσει πιο κοντά στην «αράχνη» του. Δεν είναι δύσκολο για εκείνον, αν αποδείξει πως η γυναίκα που έχει τη μορφή αράχνης για τους άλλους, για εκείνον είναι η μοναδική βασίλισσα..Η «αράχνη» θα συνεχίζει να υφαίνει μαζί του, μέχρι ο ιστός να γίνει μεγαλύτερος και τόσο σφιχτός που κανένας δεν θα μπορεί να τον κόψει για να την εκδικηθεί που παγίδεψε τον πολεμιστή. Άλλωστε στην πραγματικότητα, αυτό που θέλει είναι να τον σφίξει λίγο παραπάνω στην αγκαλιά της μην τον χάσει..Ο «πολεμιστής» δεν θα πάψει να παλεύει, γιατί η παύση θα σημάνει το τέλος του οξυγόνου του, και αν εκείνος πάψει να ζει, η «αράχνη» δεν θα έχει λόγο να συνεχίζει να υφαίνει τον ιστό που θέλησε να γίνει η μοναδική φωλιά του έρωτα τους.. Θα τον πονέσει, μέχρι να αγγίξει τα χείλη της και να συνεχίσουν μαζί τον ιστό..Θα τον τρομάξει, σαν κουρασμένη από τη «δουλειά» σταματήσει να υφαίνει τον δρόμο προς εκείνη.. Μα θα τον λυτρώσει, σαν εκείνος την αγγίξει, την φιλήσει, την νιώσει.. Και αφού ο «πολεμιστής» θα έχει φτάσει στον προορισμό του, μαζί με την «αράχνη» του, θα κάνουν τον ιστό τους συρματόπλεγμα, την φωτιά του έρωτα τους, πυρκαγιά και τις σταγόνες της αγάπης τους, καταιγίδα, για όσους ζηλέψουν την ευφυΐα εκείνης, για το κατόρθωμά της να κάνει συνεργό των ονείρων της έναν «πολεμιστή», και να περπατήσουν μαζί στον δρόμο του απόλυτου..