Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Η γέφυρα του χρόνου...

Η γέφυρα του χρόνου...


6598-moon3zn.jpg
Περπάτησα το γεφύρι που χτίζουμε μ' αναμνήσεις
Στρωμένο με λάβα ηφαιστειακή
στεριωμένο μ' αχτίδες του ήλιου σου
Άφησα χνάρια στην άμμο του χρόνου
το θρόϊσμα της ψυχής μου
Στο κοίλωμα της ανάσας σου αφέθηκα
δίνη ωκεανού που με ρούφηξε
κι έμεινα δίχως άρνηση
στο βυθό σου
Υγρή μαγεία με βύθισε στο βλέμμα σου
κύλησαν οι στάλες της στα μάτια μου
γεύτηκα το όνειρο που ξεδίψαγε τη προσμονή
Κοιμήθηκα στα φύλλα της καρδιάς σου
κράτησα τον ύπνο σου σφιχτά ...
σκίρτησα στα χείλη σου
έσπασα
στα χέρια σου έγινα χάδι
ενώθηκα
Με σκέπασες με τη στοργή του ωκεανού σου ...
Τυλίχτηκα την αγκαλιά του πόθου
που καθαγιάζει το αθέατο είναι μου
Υποτάχτηκα σ' επιθυμίες που ξελόγιασαν το χρόνο
έγειρα σε φωτιές που σμίλεψαν μνήμες
Το σώμα σου δορυφόρος του φεγγαριού και του έρωτα
κομήτες οι σκέψεις σου, με φωτεινές τροχιές
έκαψαν κάθε "γιατί" που αγκύλωνε εντός μου
Γύρεψα να υψωθώ με τους ουράνιους φθόγγους της ψυχής σου
μια παρτιτούρα φυγής στη μνήμη του απόλυτου έρωτα
*
Αγάπη μου
σταγόνα βροχής και κεραυνέ μου
γαλάζια αλμύρα και φύσημα νοτιά
φιλί του ουρανού μου κι ανάσα της αυγής
της θλίψης μου λυγμέ και φλόγα της ζωής μου
μέθη του ονείρου μου κι ακατάλυτη της ζωής μου παρουσία
πύρινη προσευχή της ψυχής μου κι ασπίδα μου ...
ΕΣΥ...
*
Αγάπα με στην καταιγίδα των καιρών...
Αγάπα με όπως, μόνον, εσύ ξέρεις...
*
Σ' επίγειες διαδρομές
χωρίς υποκρισίες
ταξιδεύουμε ...
Με ατσάλινα νήματα αλήθειας
στεριωμένο
το γεφύρι του χρόνου ...

*Αναστασία*

ποιηση - αγαπης

Κλέφτρα των στιγμών...


 


234096719_b8f7f7dda9_m.jpg


Τα νύχια χαράξαν άλικα μισοφέγγαρα 
ιχνογραφώντας στις σφιγμένες παλάμες 
τις φρέσκες πληγές της ψυχής ...
Η φωνή απόκτησε βαρίδια 
που την παρέσυραν βαθιά μέσα μου και την έχασα ...
Μόνο τα δάκρυα έσκισαν τα μάτια 
κι η στάθμη τους πλημμύρισε κάθε μου κύτταρο ...  
Χάθηκα στην ομίχλη της επιστροφής αγκαλιά με τις στιγμές...
τις κλεμμένες από το χρόνο.... 
{με την απίστευτη ικανότητα που απόκτησα αντιμέτωπη με το λίγο του...} 
Ο χρόνος μας που σκοτώνει τον άλλο χρόνο... 
Ο κόσμος μας που ξεφεύγει από τον άλλο κόσμο... 
Τέντωναν οι στιγμές την αιωνιότητα 
σκίρτησαν κρυφές πτυχές μέσα στη νύχτα... 
Πίσω από τα κλειστά βλέφαρα ξανάζησα... 
"Φιλί φιλί ανίχνευσα το άπειρο σου... 
Με νερό κι αστέρια ταξίδεψα 
στου κορμιού σου τον άγριο καιρό...
Μιά θάλασσα ξανοίχτηκε στα μάτια σου 
κι έφυγε η ψυχή μου... βυθίστηκε στο ανάβλεμμα σου... 
Στην αφή των δαχτύλων 
ανάσες από μια ρωγμή του ύπνου σου 
μ' έκαναν να ονειρευτώ... 
Στα χείλη μου το φιλί σου 
συλλάβισε το αλφαβητάρι του έρωτα... 
Στο στήθος μου, κύματα οι παλμοί σου 
με βύθισαν στη ζωή..." 
* 
Πίσω από τα βιωμένα...
ψάχνω, ψηλαφώ, φιλώ, οσφραίνομαι, αφουγκράζομαι... 
Τίποτα δεν αφήνω να κρύψει ο κλέφτης χρόνος... 
γίνομαι κλέφτρα των στιγμών... 
Ό,τι αγγίξαμε, ό,τι αγαπήσαμε... 
Ό,τι κέρδισα, ό,τι αγάπησα...  
Για να υπάρχω...
*Αναστασία*

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Oταν φεύγεις...


Πάλι ξέχασες την μορφή σου...
κι η ανάσα σου νότισε τα παράθυρα...
κάθισα στον καναπέ και σ' αγκάλιασα...
οι τοίχοι ζωγραφισμένοι με λέξεις δικές σου...
απ' το βελούδινο πινέλο της ψυχής σου...
τα μάτια σου έλαμπαν στα κενά δωμάτια...
κι άκουγα ανάλαφρο το περπάτημα σου...
mosaic colours heart love
Δεν άντεξα...
ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα...
στην απέραντη θάλασσα της ζωής σου...
περπατώντας στις κρυφές χαράδρες των κυττάρων σου...
ακουμπώντας στα κρυφά μας όνειρα...
δυό άκρες απ' την ελπίδα...
που κρύβαμε σαν παιδιά στα χείλη...
και το φιλί μας συγ-κράτησα...
στης μνήμης το πλατύσκαλο...
που άστραφτε στην σκέψη μας...
Ψυχή μου...
~
Όταν φεύγεις...
πάντα ξεχνάς την ζωή σου...
'οταν φεύγεις...
ξεγελώ την σκιά σου...
κι ακολουθώ τα χνάρια σου...
Ψυχή μου...
~
Στέλιος Κ.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

...παρά μόνο την αγάπη μου ορίζω...


mirror
 

Με ξεγελάει ο εαυτός μου... που νομίζει πως όλα τα ελέγχει, όλα τα αντέχει...που
πιστεύει πως μπορεί να προβλέψει συναισθήματα, να προλάβει αντιδράσεις μου...
κι εγώ τον εμπιστεύομαι, αφήνομαι στην μουδιασμένη ηρεμία των "δεδομένων" του,
σε ξέγνοιαστες χειρονομίες καθημερινότητας...κι έρχονται ξαφνικά εικόνες και ήχοι
και γεμίζει η ψυχή χεμωνανθούς...κι η οδύνη δεν ξεθώριασε, όπως πίστευα, μόνο καλά
κρυμμένη στη ρωγμή της, καραδοκούσε τη στιγμή που θα της δινότανε ανάσες... και
γίνεται βράχος που γκρεμίζεται ανάμεσα σε χρονικές αποστάσεις, κατευθείαν πάνω
σε εύθραυστες βεβαιότητες και εικονικές αυτάρκειες... ραγίζοντας με ομόκεντρους
κύκλους, αντικατοπτρισμούς σε βλέμμα καθρέφτη... κι αυτό το ψηφιδωτό από
σπασμένο κρύσταλλο και κομμάτια που σκόρπισαν δίχως χρονική σειρά, μαζεύω
όπου και όπως βρω γιατί έχω ανάγκη από την ενότητα τους...για ν' αφουγκράζομαι
το χρόνο μαζί σου, το χρόνο δίχως σου, τον χρόνο πριν από σένα... αυτόν που
μετατοπίζεται στο απροσδόκητο και με τρομάζει... γιατί τίποτα δεν ξέρω, τίποτα δεν
ορίζω, παρά μόνο την αγάπη μου...
*Αναστασία*
*
την λύπη την κατοίκησα
σε νύχτα και σε μέρα
σ΄ αφήνω στον αέρα
για να σε βρω στο φως ...

Χειμωνανθός-Γιάννης Χαρούλης


Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Αγγίζεις το δρασκέλισμα της νύχτας...


2051547531_854ecfc406.JPG



 

Η γέφυρα του χρόνου...


6598-moon3zn.jpg
Περπάτησα το γεφύρι που χτίζουμε μ' αναμνήσεις
Στρωμένο με λάβα ηφαιστειακή
στεριωμένο μ' αχτίδες του ήλιου σου
Άφησα χνάρια στην άμμο του χρόνου
το θρόϊσμα της ψυχής μου
Στο κοίλωμα της ανάσας σου αφέθηκα
δίνη ωκεανού που με ρούφηξε
κι έμεινα δίχως άρνηση
στο βυθό σου
Υγρή μαγεία με βύθισε στο βλέμμα σου
κύλησαν οι στάλες της στα μάτια μου
γεύτηκα το όνειρο που ξεδίψαγε τη προσμονή
Κοιμήθηκα στα φύλλα της καρδιάς σου
κράτησα τον ύπνο σου σφιχτά ...
σκίρτησα στα χείλη σου
έσπασα
στα χέρια σου έγινα χάδι
ενώθηκα
Με σκέπασες με τη στοργή του ωκεανού σου ...
Τυλίχτηκα την αγκαλιά του πόθου
που καθαγιάζει το αθέατο είναι μου
Υποτάχτηκα σ' επιθυμίες που ξελόγιασαν το χρόνο
έγειρα σε φωτιές που σμίλεψαν μνήμες
Το σώμα σου δορυφόρος του φεγγαριού και του έρωτα
κομήτες οι σκέψεις σου, με φωτεινές τροχιές
έκαψαν κάθε "γιατί" που αγκύλωνε εντός μου
Γύρεψα να υψωθώ με τους ουράνιους φθόγγους της ψυχής σου
μια παρτιτούρα φυγής στη μνήμη του απόλυτου έρωτα
*
Αγάπη μου
σταγόνα βροχής και κεραυνέ μου
γαλάζια αλμύρα και φύσημα νοτιά
φιλί του ουρανού μου κι ανάσα της αυγής
της θλίψης μου λυγμέ και φλόγα της ζωής μου
μέθη του ονείρου μου κι ακατάλυτη της ζωής μου παρουσία
πύρινη προσευχή της ψυχής μου κι ασπίδα μου ...
ΕΣΥ...
*
Αγάπα με στην καταιγίδα των καιρών...
Αγάπα με όπως, μόνον, εσύ ξέρεις...
*
Σ' επίγειες διαδρομές
χωρίς υποκρισίες
ταξιδεύουμε ...
Με ατσάλινα νήματα αλήθειας
στεριωμένο
το γεφύρι του χρόνου ...

*Αναστασία*

Πέταγμα ψυχής στο ξεφύλλισμα του χρόνου...

Πέταγμα ψυχής στο ξεφύλλισμα του χρόνου...


~*~
Λιώνεις φωτιά μου
το μέταλλο που δένει την ψυχή μου...
Ζωντανεύεις ανεμέ μου
τη προσμονή που λαχανιάζει την ανάσα...
Φυλακίζεις στης ονειροπαγίδας σου το δίχτυ
τα βουλιαγμένα άστρα που όρισαν ευχές...
Ονειρική του νου μου απόδραση
δίνεις φτερούγες στης σκέψης τη σαγήνη...
Παράφορη στιγμή μου, αέναους προορισμούς
στης ζωής μου τον καμβά ζωγραφίζεις...
Δάκρυ μου, τραγούδι βροχής ξεχύνεσαι,
δίνη γίνεσαι, την κοίτη του ονείρου πλημμυρίζεις...
Της αλήθειας μου οδηγός εντός μου είσαι
ασίγαστη ανάσα ξαγρυπνάς στους δισταγμούς μου...
Ιριδισμός, παιχνίδισμα αυγής πάνω στο σώμα
ανθίζεις φιλιά στη γέννηση της ανατολής...
Αρμενιστής σε θάλασσες πύρηνης μνήμης
παλίρροιες ερωτικές προτρέπεις στη νύχτα...
Φτερουγίζει το γέλιο σου, θαλασσινό χελιδόνι
μ' εξαγνίζει αστραπή η αγάπη...
Σε μια μπαλάντα από λέξεις σου πλασμένη
τους παλμούς της ψυχής σου ακολουθώ...
Ασημένιε ήχε μου, κάλεσμα ζωής ξεκλειδώνεις,
αύρα μαγική της ψυχής μου...
~*~
~*~
Μέσα στα μάτια σου κοιμάμαι όταν νυχτώνει
κι όταν χαράζει... εκεί ξυπνώ....

*Αναστασία*

Σε είχαν προβλέψει τα όνειρα μου....

Σε είχαν προβλέψει τα όνειρα μου....




med_1165835410-139.jpg


~*~
Ερχόσουν πάντα
από παντού
στο κάλεσμα της ψυχής μου
Από δρόμους μοναχικούς
Αψηφώντας
εποχές καταργημένες...
φόβους προκατασκευασμένους...
Ένοιωσα...
Το καθάριο μέσα σου...
Είδα...
Την ατόφια ψυχή...
Άγρια ομορφιά
παραδείσου
Η μορφή σου...
το πρόσωπό μου...
Παγιδευμένα πουλιά
που τους χαρίστηκε
η ελευθερία
Άγγιζαν
τροχιές...
Χώριζαν
φόβους...
Άγγιζαν
αισθήσεις...
Μαγικές αύρες
η μία μέσα στην άλλη
ανασαίναν...
Αφέθηκα
στο ταξίδι
μαζί...
~*~
Μέσα μου
μέσα σου
μικρά φεγγάρια
ιχνογραφούσαν
της νύχτας τη γεύση...
Μαγεμένοι
κυλούσαμε
σε λέξεις φωτιάς
Μεθυσμένοι
από άρωμα γαρδένιας
ριγούσαμε
σ' αγγίγματα πυρετικά...
Ψιθυρίζαμε
πόθους...
σκαλοπάτια στον άνεμο
κι ανεβαίναμε...
Τη θέση των άστρων
ορίζαμε
να βρίσκει μονοπάτια
η αγάπη...
Βέλη ατσάλινα
χυνόταν τα βλέμματα
στην πλάτη των
ακούσιων "φεύγω"...
~*~
Να προσέχεις
την ψυχή σου...
ΨΥΧΗ ΜΟΥ ... ΕΣΥ...

*Αναστασία*
Ο ζωγραφικός πίνακας είναι του καβαλιώτη ζωγράφου Λόη Ανθάκη.

η ψευδαίσθηση του μυαλού

η ψευδαίσθηση του μυαλού




Ζούμε μέσα σε έναν υπέροχο κόσμο.
 Χρώματα, ήχοι, γεύσεις, δημιουργούν γύρω μας ένα μαγικό και στέρεο κουκούλι που σαν αόρατη και ονειρική φυλακή, μας απαγορεύει να καταλάβουμε τι συμβαίνει έξω απο αυτήν. Φοβεροί φύλακες της απομόνωσης μας, είναι οι λειτουργίες των αισθήσεων μας.
Οι οποίες μετασχηματίζουν επιλεκτικά την αλήθεια, μιας έννοιας και αδιαίρετης συμπαντικής πραγματικότητας σε εξατομικεύμενες εικόνες, χρώματα, ήχους και οσμές.
 Όσο και αν δεν γίνεται κατανοητό απο την κλασσική επιστήμη, το υλικό σύμπαν που αντιλαβανόμαστε γύρω μας, δεν είναι το πραγματικό σύμπαν, αλλά είναι το σύμπαν που η ψευδαίσθηση του μυαλού μας φτιάχνει.
 Ζούμε μέσα στη φυλακή ενός εγκεφαλικού μάτριξ, που μόνο η θεική σπίθα της νόησης, μπορεί να μας απελευθερώσει.
 Μια νόηση όμως που ο δυτικός πολιτισμός κάνει τα αδύνατα δυνατά να τη συντρίψει, μέσα απο τα εκπαιδευτικά συστήματα, τη θεοποίηση του μάτριξ της ύλης, και την αναζήτηση της ευτυχίας στους δρόμους του άλογου κέρδους και της πρόσκαιρης ανθρώπινης φιλοδοξίας.

Του μυαλού σου οι πυξίδες

Του μυαλού σου οι πυξίδες



Ποια φωτιά θα σβήσει όσα είδες
και ποιο σύμπαν θα χορέψει στου μυαλού σου τις πυξίδες;
Ποια παρέα θα δεχτεί τα όνειρά σου,
και ποια μάτια θα δροσίσουν με λυγμούς την αγκαλιά σου;

Ποια ρολά κατεβασμένα ζωγραφίζεις
και ποια θέλω σου τελειώνεις και τα κάνεις αναμνήσεις;
Ποια φωτιά θα σβήσει όσα είδες
και ποιο σύμπαν θα χορέψει στου μυαλού σου τις πυξίδες;

Ποιο μαντήλι θα χαϊδέψει της ψυχής σου τον ιδρώτα
και ποιος δύτης μες στο μαύρο σου βυθό θα ρίξει φώτα;
Ποιο μαντήλι θα χαϊδέψει της ψυχής σου τον ιδρώτα
και ποιος δύτης μες στο μαύρο σου βυθό θα ρίξει φώτα;

Ένα δεντράκι να φυτέψω με το χαμόγελο στα χείλη
ένα ζωάκι να χαϊδέψω προτού το κάνουν τσίλι,
σ ένα ποτάμι να πλυθώ προτού κάποιος το μολύνει
να μη λιώσουνε οι πάγοι και να ζήσουν οι πιγκουΐνοι.
Να μη βλέπω πόλεμο, να δω παγκόσμια ειρήνη
και έναν υπεύθυνο που αναλαμβάνει την ευθύνη
το κομμάτι αυτό στο καλό σε κατευθύνει
γι αυτό βάλτο στο μυαλό σου και εκεί ας παραμείνει.

Ποια φωτιά θα σβήσει όσα είδες
και ποιο σύμπαν θα χορέψει στου μυαλού σου τις πυξίδες;

Η μητέρα φύση πληγώθηκε και μας δείχνει ότι πονά
απ τα παιδιά της προδόθηκε όμως ακόμα αγαπά
μας χαϊδεύει τα πνευμόνια με τα καμένα της κλαδιά
κι εμείς της λέμε ευχαριστώ φτιάχνοντας πυρηνικά.
Δεν είναι αστείο! Μία ζέστη, μία κρύο
έβγαλε φαλάκρα το γιγάντιο θηρίο μ αποτέλεσμα
σε λίγο θα πηγαίνουμε για μπάνιο στο Θησείο.

Ποιο μαντήλι θα χαϊδέψει της ψυχής σου τον ιδρώτα
και ποιος δύτης μες στο μαύρο σου βυθό θα ρίξει φώτα;

Όμως η TV είναι το μαύρο μαγικό
κι ανθρωπότητα εθισμένη στο τηλεναρκωτικό
κι άλλο μπεζ τηλεκοντρόλ, άνοιξα το υπνωτικό
με διασκέδαση με στέλνει στον καταναλωτισμό
γι αυτό και να μαι πάλι, τρέχω ψώνια σαν το πρόβατο
μέσα στο μαγαζί μοιάζει σαν να υπνοβατώ
τα λεφτά μου χάλασα και πάω να δανειστώ
το πρόβλημά μου είναι πλέον οικονομικό.

Ένα δεντράκι να φυτέψω με το χαμόγελο στα χείλη
ένα ζωάκι να χαϊδέψω προτού το κάνουν τσίλι,
σ ένα ποτάμι να πλυθώ προτού κάποιος το μολύνει
να μη λιώσουνε οι πάγοι και να ζήσουν οι πιγκουΐνοι.
Να μη βλέπω πόλεμο, να δω παγκόσμια ειρήνη
και έναν υπεύθυνο που αναλαμβάνει την ευθύνη
το κομμάτι αυτό στο καλό σε κατευθύνει
γι αυτό βάλτο στο μυαλό σου και εκεί ας παραμείνει.

στίχοι: Γιάννης Αγγουριδάκης & Milko-Vic
μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας

το παραμύθι μιας αγάπης

το παραμύθι μιας αγάπης

Μια φορά κι ένα καιρό, εκεί σε κείνη τη μεγάλη σκοτεινή σπηλιά, στη κορυφή του πιο ψηλού βράχου, ζούσε μόνο κι έρημο, ένα τόσο δα μικρό κεράκι. Ένα κεράκι σβηστό, που μέτραγε τις μέρες της ύπαρξής του, μέσα από τα δάκρυά του.
«Μα τι κάνω εγώ εδώ μόνο μου» αναρωτιόταν. «Έτσι σβηστό που είμαι, πόσο πολύ κρυώνω! Πόσο πολύ φοβάμαι και πόσο άχρηστο νιώθω. Μια σκοτεινή κουκιδίτσα μέσα σε τούτη τη σπηλιά».
Κι οι μέρες περνάγανε και το κεράκι κολύμπαγε μέσα στη μικρή λιμνούλα που είχε φτιάξει με τα δάκρυά του.
Κι οι μέρες περνάγανε και το κεράκι μετρούσε τις μέρες της ανούσιας, σκοτεινής ζωής του.
Μια μέρα, άνεμος δυνατός φύσηξε έξω από τη σπηλιά και στο πέρασμά του παράσερνε ό,τι μικρό κι αδύναμο υπήρχε. Φτεράκια από πουλιά που είχαν την φωλιά τους στην βάση του βράχου, ξερά φύλλα και κλαδιά, σπόρους από λουλούδια εξωτικά κι ένα …σπίρτο, ένα τόσο δα μικρό σπίρτο, ψηλόλιγνο και γυαλιστερό, με κόκκινο, αστραφτερό καπέλο, στο μικρό του κεφαλάκι!
Με το δεύτερο φούυυυυυυυ του άνεμου, το σπίρτο απογειώθηκε και με δύναμη παρασύρθηκε μέσα στη σκοτεινή σπηλιά. Έπεσε με δύναμη κάτω στο τραχύ έδαφος κι… Ωχ!!!
-«Μα που βρίσκομαι» είπε με τη τσιριχτή φωνούλα του. Στην αρχή δυσκολεύτηκε στο σκοτάδι, αλλά σα σπίρτο που ήταν έστω και σβηστό, σύντομα συνήθισε να βλέπει ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.
-«Αμάν»! είπε… «Τι είσαι εσύ»;
-«Δε με βλέπεις»! είπε το κεράκι με τη παραπονιάρικη φωνούλα του.
Και να που ακόμα και τ” αταίριαστα μπορούνε να ταιριάξουν… Εκεί μέσα στην ερημιά, την υγρασία και το σκοτάδι της σπηλιάς, το κεράκι και το σπίρτο ενώσανε τη μοναξιά και το κοινό τους πρόβλημα. Ήταν και τα δύο σβηστά, έρημα, μόνα και παραμελημένα μέσα σε τούτη τη σκοτεινή, άψυχη σπηλιά.
Το σπίρτο τέντωνε το λυγερό κορμάκι του κι ακουμπούσε πάνω στο κεράκι και το κεράκι έκανε νάζια και καμώματα κι έπαψε πια να κλαίει. Η λίμνη από τα δάκρυά του στέγνωσε και τώρα οι ελπίδες να φτάσουνε στο όνειρο, όλο και μεγάλωναν.
Το όνειρό τους; Μια μικρή φλογίτσα. Mια μικρή φλογίτσα που θα τα φωτίσει και τα δυό, θα τα ζεστάνει και θα τα αφήσει να κοιταχτούνε στα μάτια.
-«Μα θέλω να δω τα μάτια σου», είπε το σπίρτο στο κεράκι.
-«Μα θέλω να νιώσω τη ζεστασιά σου», είπε το κεράκι στο σπίρτο.
Και τότε τρόμαξαν…
-«Αν ανάψω καλή μου θα καώ»! είπε το σπίρτο, «και καλά να καεί μόνο το κόκκινο σκουφί μου, θα είμαι ένα ακόμα άσχημο, μισοκαμένο σπίρτο… Μα αν καώ εντελώς, τι θα απογίνω; Θα προλάβω τουλάχιστον να δω τα μάτια σου»;
-«Κι αν ζεσταθώ» είπε το κεράκι, «θα λιώσω… Κι αν λιώσω θα γίνω άσχημο και κακοφτιαγμένο! Θα έχω προλάβει να χαρώ τουλάχιστον τη ζέστη σου»;
Μέρα τη μέρα, το κεράκι και το σπίρτο, αγαπιόντουσαν όλο και πιο πολύ κι η αγάπη τους δυνάμωνε! Μέσα στη σκοτεινή σπηλιά, λουλούδια φυτρώσανε, γιατί η αγάπη είναι ένα λουλούδι, που όπου γεννιέται δίνει χρώμα, άρωμα κι ομορφιά. Κι οι μέρες περνάγανε. Το κεράκι και το σπίρτο σφιχταγκαλιασμένα, περιμένανε καρτερικά τη συνέχεια του έρωτά τους.
Καλοκαίριασε… Έξω από τη σπηλιά, η ζέστη ήταν αφόρητη… Το δάσος γύρω από το βράχο, συχνά γέμιζε από γέλια, τραγούδια, φωνές μικρών και μεγάλων. Το κεράκι και το σπίρτο αγκαλιάζονταν τρομαγμένα και περίμεναν, όλο περίμεναν κι αγαπιόντουσαν, κάθε μέρα και πιο πολύ κι ας μην είχε δει τα μάτια του σπίρτου, το κεράκι κι ας μην είχε νιώσει τη ζεστασιά του κεριού, το σπίρτο! Ο έρωτάς τους, μια μικρή τραγωδία, σαν όλους τους ανικανοποίητους έρωτες, που γεννιούνται και μένουνε πάντα στο όνειρο…
Ώσπου μια μέρα, μια παρέα εκδρομείς, -έτσι τους λέγαν όλους αυτούς τους εισβολείς του δάσους-, πήρανε τα γέλια, τα τραγούδια και τις φωνές τους μακριά, αλλά αφήσανε μια μικρή σπίθα… μια τόση δα μικρή σπίθα φωτιάς, να σιγοκαίει, εκεί κάτω από τα ξερά κλαδιά που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουνε.
-«Συμφορά»! Φωνάζανε πουλιά και ζώα που περνάγανε τρομαγμένα τρέχοντας, έξω από τη σπηλιά. «Συμφορά! Φωτιά! Φωτιά… θα καούμε»!
-«Ακούς»; είπε το σπίρτο στο κεράκι…
-«Ακούς; Θα καούμε»! είπανε και τα δυο με μια φωνή, γεμάτη έρωτα!
-«Δε φοβάμαι να καώ από αγάπη», είπε το σπίρτο στο κερί…
-«Δε φοβάμαι να λιώσω από αγάπη», είπε το κερί στο σπίρτο!
Ένα κερί κι ένα σπίρτο, τρελά από έρωτα τραγουδάγανε τη φλόγα που ερχόταν…
-«Έλα»! της έλεγαν, «έλα! Σε περιμένουμε»!
-«Θα μαγαπάς αν καώ κι ασχημύνω, χωρίς το κόκκινο σκουφί μου»; Είπε το σπίρτο στο κερί.
-«Θα μαγαπάς αν λιώσω και χάσω το σχήμα μου»; Είπε το κεράκι στο σπίρτο.
Κι η φλόγα ερχόταν όλο και πιό κοντά… Κι η φλόγα έφτασε στο κατώφλι της σπηλιάς και δίσταζε να μπει μέσα, μη χαλάσει την ομορφιά που διαισθάνθηκε!
-«Έλα»! της φωνάζανε και τα δυο, με μια φωνή!
Κι η φλόγα έστειλε μέσα στη σπηλιά, τη πιο μικρή της κόρη! Μια σπίθα τόση δα, που μπήκε τσαχπίνικα και ναζιάρικα από την είσοδο της σπηλιάς.
Φφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ !
Το σπίρτο, τέντωσε το λυγερό κορμάκι του, για να καλωσορίσει τη σπίθα. Το κόκκινο σκουφί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
-«Αγάπη μου» είπε στο κεράκι, «καίγομαι για σένα… Αγάπη μου, να δω τα μάτια σου κι ας καώ»!
Το γυαλιστερό κόκκινο σκουφί, ακούμπησε πάνω στο φιτίλι καθώς έσκυψε για να δει καλύτερα.
-«Αγάπη μου» είπε το κεράκι στο σπίρτο, «άσε με να νιώσω τη ζεστασιά σου κι ας λιώσω»!
Το σπίρτο και το κεράκι, καήκανε μαζί… Μια μάζα ενωμένη στο χρόνο και στο χώρο αιώνια…
Το κεράκι και το σπίρτο που λιώσαν από αγάπη κι έφτασαν στο δικό τους όνειρο…
(Το παραμύθι μιας αγάπης είναι της Χριστίνας Καπράλου)
You might also like: